Sunday, October 01, 2006

...-2, -1, 0, +1, +2...

-2, Παρασκευή:
Δύο μέρες πριν ξεκινήσει για μένα ξανά η ανεργία ξύπνησα πολύ λυπημένη. Εκτύπωσα μερικά βιογραφικά, έβαλα το καθένα στον φάκελο τους, έσφιξα τα δόντια και την καρδιά μου και κατευθύνθηκα προς το κέντρο της Αθήνας. Είχα ζωγραφίσει ένα μικρό χάρτη και είχα στιγματίσει με κόκκινες βούλες τα βιβλιοπωλεία όπου θα άφηνα βιογραφικό. Πήγαινα, ζητούσα τον υπεύθυνο, συνήθως δεν μου έδινε κανείς σημασία, άφηνα τον φάκελο μου και έφευγα.
Το μεσημέρι πήγα στο βιβλιοπωλείο που δούλευα γιατί άρχιζε η προτελευταία μου βάρδια.
Απογοητευμένη προσπαθούσα να γελώ και να είμαι ευδιάθετη.

Στις 2 χτύπησε το κινητό μου. Ήταν από την εταιρεία που δουλεύει η κολλητή μου. Είχα ήδη ενημερωθεί πως θα έφευγε μια υπάλληλος και πως η κολλητή μου έδωσε το βιογραφικό μου αλλά δεν περίμενα να ζητήσουν να με δουν. Άλλωστε για δύο χρόνια προσπαθούσα να πάω σε αυτή την εταιρεία έστω και για μια συνέντευξη μόνο.
Μου ζήτησαν να πάω την επόμενη μέρα. Ξαφνικά πετούσα... αλλά φοβόμουν κιόλας.

-1, Σάββατο:
Τελευταία μέρα στο βιβλιοπωλείο. Ήμουν και πάλι λυπημένη αλλά κάτι μέσα μου έκαιγε από ελπίδα... και από φόβο. Είχα ένα ραντεβού σε μια πολύ καλή εταιρεία, για μια πολύ καλή δουλειά που κυνηγούσα δύο χρόνια τώρα, μια σπουδαία ευκαιρία και τα πόδια μου δεν με κρατούσαν. Ήμουν ζαλισμένη από την αγωνία.

Στις 12 έφυγα από το βιβλιοπωλείο, με τις ευχές όλως των συναδέλφων μου, για να πάω στην συνέντευξη. Πήγα στο μετρό στην στάση Πανεπιστήμιο, κάθισα σε μια από τις κόκκινες καρέκλες και περίμενα το τρένο. Στην διπλανή καρέκλα περίμενε μόνο του ένα κινητό. Κοίταξα τριγύρω και δεν ήταν κανείς. Το πήρα στα χέρια μου και σκεφτόμουν τι να κάνω. Δεν είχα χρόνο να το πάω στους υπεύθυνους αλλά δεν μπορούσα να το αφήσω εκεί γιατί ο επόμενος που θα το έβρισκε μπορεί να μην είχε τόσο καλές προθέσεις όσο εγώ. Αποφάσισα να το κρατήσω ελπίζοντας πως ο ιδιοκτήτης θα πάρει τηλέφωνο. Δεν το έβαλα στην τσάντα μου γιατί αν με είχαν δει από τις κάμερες θα μπορούσαν να με κατηγορήσουν άδικα για κλοπή.
Λίγο πριν έρθει το τρένο το κινητό χτύπησε και το σήκωσα λέγοντας "Γεια σας, έχω βρει αυτό το κινητό".
Μια κοπέλα γεμάτη αγωνία μου είπε ότι είναι δικός της και με παρακάλεσε να την περιμένω εκεί που ήμουν. Της εξήγησα πως έχω ένα πολύ σημαντικό ραντεβού πως είναι αδύνατον να την περιμένω και της πρότεινα να την συναντήσω σε μία ώρα. Εκείνη ήταν στα πρόθυρα πανικού άλλωστε γιατί να μου έχει εμπιστοσύνη πως σε μία ώρα θα της το πάω;
Την ρώτησα που είναι και τι φοράει και μου απάντησε Ομόνοια και μαύρα ρούχα.
"Πήγαινε έξω από τα Γκούντις και μην κουνηθείς" της είπα και επιβιβάστηκα στο βαγόνι.
Με το που αποβιβάστηκα στην Ομόνοια άρχισα να τρέχω σαν παλαβή. Έφτασα στο σημείο συνάντησης και την αναγνώρισα κυρίως από την ταραχή της. Μόλις με είδε νόμισα πως θα κλάψει. Της το έδωσα χαμογελώντας και άρχισα ξανά να τρέχω. Καθώς απομακρυνόμουνα την άκουγα να μου φωνάζει χίλιες φορές "ευχαριστώ".
Πρόλαβα το επόμενο τρένο και με μια ανάσα έφτασα στην εταιρεία. Ήμουν αναμαλλιασμένη, κατακόκκινη και αναστατωμένη από την αναπάντεχη περιπέτεια μου.

Ξεκίνησε η συνέντευξη και ενώ προσπαθούσα να ηρεμήσω γινόμουν χειρότερα. Είχα αγχωθεί απίστευτα και σκεφτόμουν πως θα χάσω μια τόσο σπουδαία ευκαιρία από την εικόνα που παρουσίαζα. Μικρές σταγόνες ιδρώτα έπεφταν από τις τούφες των μαλλιών μου και σκουπιζόμουν συνέχεια στο πρόσωπο και στον λαιμό, όσο πιο διακριτικά μπορούσα.
Η συνέντευξη έκλεισε με τον διευθυντή να μου λέει πως θα μου τηλεφωνήσει σε μισή ώρα για να μου δώσει την απάντηση του.

Στην διαδρομή για το βιβλιοπωλείο δεν με κρατούσαν τα πόδια μου και δεν μπορούσα να ανασάνω. Φοβόμουν πως θα πάθω εγκεφαλικό. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο νομίζω πως σταμάτησε η καρδιά μου.
"Θα θέλαμε να συνεργαστούμε μαζί σας, ξεκινάτε την Δευτέρα".

Κάθισα σε ένα παγκάκι και πήρα τηλέφωνο τον σύντροφο μου και μετά την κολλητή μου.
Έκλαιγα με αναφιλητά.
Ο κίνδυνος του εγκεφαλικού είχε περάσει αλλά εμφανίστηκε ο κίνδυνος εμφράγματος. Η καρδιά μου κάλπαζε.

Στο βιβλιοπωλείο οι συνάδελφοι μου με περίμεναν με αγωνία. Όταν με είδαν να μπαίνω με κόκκινα μάτια σίγουρα πίστεψαν πως δεν πήρα την δουλειά. Όμως ξέσπασα γρήγορα σε δυνατά γέλια και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Τότε ξεκίνησε ένα πανηγύρι με αγκαλιές, φιλιά και πολλά συγχαρητήρια.

Έφυγα από το βιβλιοπωλείο με μια θλίψη, αυτή την θλίψη που νοιώθει κανείς όταν κάτι όμορφο τελειώνει οριστικά, και με μια αγωνία που κάτι καινούργιο αρχίζει τόσο αναπάντεχα και τόσο ξαφνικά. Με ένα κουτί γλυκά πήγα στο σπίτι της κολλητής μου για να την ευχαριστήσω αλλά πως να πει κανείς "ευχαριστώ" για την μεγάλη βοήθεια της;

0, Κυριακή:
Την Παρασκευή πίστευα πως η σημερινή μέρα θα ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Θα ήταν "η μέρα πριν την ανεργία" όμως σήμερα πιστεύω πως είναι μία από τις πιο ευτυχισμένες μου μέρες. Είναι "η μέρα μηδέν", λίγο πριν την μεγάλη αρχή.

+1, Δευτέρα:
Στις 09:00 ξεκινάω στην καινούργια μου δουλειά. Μια δουλειά στο αντικείμενο μου, σε πολύ καλή εταιρεία, με πολύ καλές αποδοχές, πολύ καλή προοπτική και χωρίς προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης.
Μια αληθινή δουλειά!



Για περισσότερο από δύο χρόνια πάλευα με την ανεργία και με τον εαυτό μου.
Επιτέλους μου δόθηκε η ευκαιρία που ζητούσα και μάλιστα την ημέρα που έληγε η σύμβαση μου.
Είδες πως αλλάζει η ζωή;
Εγώ είδα!

Tuesday, September 26, 2006

Φιλοσοφική Ερώτηση:

Τι κοινό έχει η σύμβαση με το φρέσκο γάλα;
Λήγει σύντομα.

Με άλλα λόγια από Δευτέρα ξανά στην ανεργία.

Wednesday, August 30, 2006

Ζούγκλα


Λίγο πιο έξω από την πόλη των Ιωαννίνων, στο χωριό Θεογέφυρο, υπάρχει μια μικρή ζούγκλα.
Περίμενα πως από στιγμή σε στιγμή θα μου επιτίθονταν ένα τεράστιο ανακόντα και πως θα με έσωζε ανέλπιστα ο Ταρζάν σκούζοντας ΟΟΟ-οοο-ΟΟΟ-οοο.
Για λίγο ένοιωσα σαν την Τζέϊν.
Μετά ήθελα να είμαι η Τσίτα και να σκαρφαλώσω στα δέντρα. Ύστερα ήθελα να μεταμορφωθώ σε πέστροφα και να κάνω βουτιές.
Τελικά αποφάσισα να παραμείνω η alex, έβγαλα τα παπούτσια και τσαλαβούτηξα για λίγο στο παγωμένο ποτάμι και αργότερα τσάκισα, στην κοντινή καφετέρια, γλυκό του κουταλιού-βύσσινο.

Friday, August 11, 2006

Πατρίδα... αχ...


Γη ή νερό;
Πράσινο ή μπλε;
Τόπος ή άνθρωποι;
Τι είναι η πατρίδα τελικά;

Όσο ξεμακραίνω από τις ρίζες μου τόσο πονάω. Δέντρα οι άνθρωποι, έχουν ρίζες που ποτίζονται με αγάπη και καρπίζουν σε φιλόξενη γη.
Και εγώ ξεριζωμένη να προσπαθώ να ριζώσω σε τσιμεντένια.

Η αγκαλιά της μάνας, το φιλί στο μέτωπο του πατέρα, η παιχνιδιάρικη τρικλοποδιά του αδερφού, εγώ σαν θεία-γαϊδουρίτσα με τα δυο μου ανίψια στην πλάτη. Που να τα βρω αν δεν γυρίζω πίσω;

Ο δρόμος από το χωριό μου ως το διπλανό που πάω συχνά με το ποδήλατο, που με κυνηγάνε τα τσοπανόσκυλα και αρχίζω την ορθοπεταλιά για να γλιτώσω. Το σπήλαιο όπου πάω με τους παιδικούς μου φίλους κάνοντας κοπάνα από το σχολείο, ως την μέρα που σβήσανε τα φώτα και είδαμε πως είναι το απόλυτο σκοτάδι.

Η πόλη. Η πόλη που λατρεύω.
Κατεβαίνοντας την Δωδώνης δεξιά έχει έναν φούρνο με ξύλα με την καλύτερη τυρόπιτα. Μυρίζει όλη η γειτονιά.
Λίγο πιο κάτω το μικρό πάρκο μπροστά από το ξενοδοχείο με τα μεγάλα πλατάνια. Ξαφνικά κάνει τόση δροσιά.

Κάθομαι στα σκαλιά της Νομαρχίας όπου έχω ραντεβού. Κοιτώ το σιντριβάνι που είναι παγωμένο κάθε χειμώνα.
Συνεχίζω στην Αβέρωφ όπου το ρολόι πάει πάντα λάθος και χάνω το λεωφορείο.
Αριστερά πίσω από το άγαλμα πηδάω μία μάντρα, ανεβαίνω τα σκαλιά, ανεβαίνω στην τσουλήθρα και σλουπ γλιστράω στο πλακόστρωτο απ' όπου βλέπω την πόλη από ψηλά. Παίρνω βαθιά ανάσα και κατηφορίζω στον δρόμο για τον παραλίμνιο.
Παγωτό χωνάκι, ανάμικτο από τον Νούσια και παγκάκι δίπλα από τα καραβάκια που πάνε στο Νησί.
Και είμαι σπίτι μου.

Όλα είναι λάθος. Ο χρόνος, ο τόπος...
Ο φούρνος δεν υπάρχει πια, το ξενοδοχείο και το πάρκο έχουν κλείσει. Τα πλατάνια δεν δροσίζουν κανέναν περαστικό.
Το σιντριβάνι το γκρεμίσανε, ανακαινίζουν την πλατεία για να την κάνουν πάρκιγκ.
Ο παραλίμνιος δρόμος βουίζει από τα αυτοκίνητα και την μουσική από τις καφετέριες.
Και εγώ δεν είμαι σπίτι μου.

Όλα τα ρήματα είναι λάθος.
Έκανα ποδήλατο - με κυνηγούσαν τα τσοπανόσκυλα - έκανα κοπάνα - κατέβαινα την Δωδώνης - καθόμουν στα σκαλιά της Νομαρχίας- έχανα το λεωφορείο - .... έκανα τσουλήθρα.
Μόνο το επισκευασμένο ρολόι απέναντι από το Δημαρχείο μετράει σωστά τους τέσσερις μήνες που έχω να πάω Γιάννενα.
Πονάω για την πόλη μου με έναν ανεξήγητο τρόπο, όπως πονάνε όλοι όσοι είναι μακριά της.

Αύριο ξημερώματα επιστρέφω στην γη μου για να φύγω σε δύο μέρες βουρκωμένη.
Να κουνήσω το χέρι μου μέσα από το αυτοκίνητο καθώς θα ξεμακραίνω από το σπίτι μου και για να κλάψω με λυγμούς όταν δεν θα με βλέπει πια η μητέρα μου.
Πάω για να φύγω.
Αλλά όσο θα είμαι εκεί η αγάπη τους και τα γαργαριστά γέλια των ανιψιών μου θα γεμίσουν την καρδιά μου για να αντέχει μετά τον πόνο.

- Αλετσάντρα σα' σεις;
- Θα έρθω.
- Πότε;;;
- Σε λίγες μέρες.
- Σε πόσες λίγες μέρες;
- Σε πολύ λίγες μέρες.
- Σα σου δείξω και τα τουνελάκια που έκανε η τουνέλα.
- Να μην τα βασανίζεις, εντάξει;
- Όοοχι, δεν τα βασανίζω εγώ... λίγο μόνο.
- Αχ... εμένα βασανίζεις.
- Όοοχι, σε αγαπάω εγώ.
- Και εγώ.
- Πότε σα' σεις;
- Σε λίγες μέρες.
- Σε πόσες λίγες μέρες;;;
.
.
.
.
.
ΑΥΡΙΟ!

Monday, July 31, 2006

Τσιπ Γκρικ Μπούκς

Όχι που δεν θα την έκανα την μαλακία.
Το Σάββατο χρέωσα στην πιστωτική κάρτα ενός ζευγαριού βιβλία των 31 ευρω μόνο 31 λεπτά.
Τζάμπα πράγμα.
Όταν μετά από ώρα διαπιστώσαμε την βλακεία μου έψαχνα να βρω τόπο να κρυφτώ. Έσκυψα το κεφάλι και έλεγα "θα τα πληρώσω εγώ", ενώ εκείνοι μου έλεγαν να μην στεναχωριέμαι και πως θα βρούμε την λύση.
Μα αν είναι δυνατόν, δεν έκανα λάθος τον πρώτο καιρό που δεν είχα ξαναπιάσει ταμειακή μηχανή στα χέρια μου και το έκανα τώρα δύο μήνες μετά. Γκρρρφ.

Η προϊσταμένη μου τηλεφώνησε στην τράπεζα να μάθουμε τα στοιχεία του πελάτη μπας και ήμαστε τυχεροί και είναι από τους τακτικούς και έρθει να τον χρεώσουμε κανονικά.
Άγγλοι. Ναι, απ' τις Αγγλίες.

Μόλις το άκουσα αναφώνησα "Τσίπ Γκρίκ Μπούκς, ελάτε στο Ελλάντα για φτηνά βιβλία".
Ναι, ναι... στο βιβλιοπωλείο μας έχουμε φοβερές τιμές. Πέντε βιβλία στην τιμή των 31 λεπτών.

Επέμενα πως αν η διεύθυνση ζητήσει να πληρωθεί η διαφορά τότε θα την πλήρωνα μόνη μου. Από την άλλη οι συνάδελφοι μου ούτε να το συζητήσουν. Θα πληρώναμε όλοι μαζί τα σπασμένα μου.
Τελικά την γλιτώσαμε μόνο με υποδείξεις και συμβουλές πως πρέπει να είμαστε πολύ περισσότερο προσεκτικοί (και να μην κάνουμε τέτοιες μαλακίες μην μας πάρει ο διάολος- αυτή είναι δική μου προσθήκη).
Από εκείνη την στιγμή και μετά κοιτάω την απόδειξη της πιστωτικής κάρτας ίσα με διακόσιες φορές πριν κλείσω την συναλλαγή.


Σας το έχω πει πως έχω σπουδαίους συναδέλφους;
Δεν θυμάμαι. Σας το λέω τώρα. Έχω σπουδαίους συναδέλφους.
Χαίρομαι να δουλεύω μαζί τους.
Συχνά ο προϊστάμενος μου με παίρνει αγκαλιά, με χτυπά στην πλάτη φιλικά, μου λέει συνέχεια "Αλεξανδρούλα μου", όπως κάνει και με όλους εκεί.
Εσείς αγκαλιάσατε και φιλήσατε τον προϊστάμενο σας όταν πήρε άδεια;
Εγώ ναι!

Wednesday, July 26, 2006

Εκείνη

Έχει πάντα την αγκαλιά της ανοιχτή.
Μπορείς να κουρνιάσεις, να νοιώσεις ασφάλεια, να κλάψεις με λυγμούς. Θα συγκρατήσει το κορμί σου που τρέμει από τον φόβο ή τον πόνο. Θα κλείσει τις πληγές σου. Με δυο φιλιά στο μέτωπο θα μετρήσει τον πυρετό σου. Με δροσερές παλάμες θα τον καταλαγιάσει. Θα έδινε τα πάντα για να πάρει εκείνη τον πόνο σου.

Έχει πάντα την καρδιά της ανοιχτή.
Μπορείς να πάρεις αγάπη, κατανόηση, δύναμη. Θα σου συγχωρέσει τα πάντα. Μόνο εκείνη. Θα γελάσει πιο πολύ από όλους με το αστείο σου. Θα χαρεί με την χαρά σου πιο πολύ από εσένα. Μπορείς να την κάνεις την πιο ευτυχισμένη με το πιο απλό σου χαμόγελο, με ένα σου βλέμμα. Θα έδινε τα πάντα για να σε βλέπει να γελάς.

Είναι εκείνη που θα σου σκουπίσει τα δάκρυα, θα σε χαϊδέψει στην πλάτη, θα περάσει τα δάχτυλα της μέσα από τα μαλλιά σου. Θα ακουμπήσει το παιδικό σου σημάδι στο γόνατο και θα θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια πως έπεσες, γιατί έπεσες, πόσο πόνεσες και θα πονέσει ξανά. Το κάθε σου μέλος το νοιώθει και δικό της. Είναι και δικό της.

Είναι εκείνη που φυλακίζει όλα τα χαμόγελα σου σε μια μικρή ξεχωριστή μνήμη. Την πρώτη σου λέξη, το πρώτο σου βήμα και όσα βήματα έκανες στην ζωή σου από τότε. Δεν ξεχνάει ποτέ.

Είναι εκείνη που θα σου πει "είμαι εδώ, μην φοβάσαι, θα περάσει, γέλα".
Η αρχή και το στήριγμα της ζωής σου είναι.
Εκείνη δεν έχει εθνικότητα ή θρησκεία. Τίποτα δεν μπορεί να βάλει όρια στην αγάπη της, στην δύναμη της, στο κουράγιο της και στην εφευρετικότητα της.
Είναι πάνω από όλα. Είναι παντού. Είναι η μητέρα.


Είμαι ευλογημένη που με έφερε στην ζωή μια σπουδαία γυναίκα, που όσο μακριά και αν είναι μου λέει πάντα "είμαι εδώ για σένα".

Tuesday, July 18, 2006

Χαρίζεται σκύλος

Είναι θηλυκή, οκτώ μηνών, μεσαίου μεγέθους, με ένα γαλάζιο μάτι.
Όταν θα την πάρετε θα είναι στειρωμένη και εμβολιασμένη γιατί την βρήκε στον δρόμο μια γλυκιά ψυχή.
Φιλοξενείται προς το παρόν από μια άλλη γλυκιά ψυχή.
Το σημαντικό είναι πως η σκυλίτσα είναι πολύ ευγενική, ήρεμη και πολύ φιλική με άλλα σκυλιά.

Μακάρι να μπορούσα να την υιοθετήσω εγώ αλλά είναι αδύνατο.
Όποιος ενδιαφέρεται να γεμίσει την αγκαλιά του με αυτό το πλάσμα ας μου στείλει ένα εμαιλ
toximeio@gmail.com

Θέλει αγάπη.
Δίνει αγάπη.

Monday, July 10, 2006

Ο έρως χρόνια δεν κοιτά

Όταν περπατώ συνήθως είμαι σκυφτή. Που και που, από την αφηρημάδα μου, αγκαλιάζω τις κολώνες που βρίσκονται στο δρόμο μου. Όμως σήμερα το απόγευμα στρίβοντας στην γωνία σήκωσα το βλέμμα εξαιτίας του έντονου "μπιπ" από τον συναγερμό του αυτοκινήτου.
Ένας νεαρός τακτοποίησε το σακίδιο στην πλάτη του και κατευθύνθηκε προς το γυμναστήριο.
Το βλέμμα μου όμως δεν στάθηκε σε αυτόν, μου φάνηκε αδιάφορος.
Ο παππούς και η γιαγιά που κάθονταν στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι τους είχαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Από το "μπιπ" και μετά καρφώθηκαν προς το μέρος μας και μας παρατηρούσαν με μεγάλη προσοχή. Η γιαγιά τον νεαρό, ο παππούς εμένα. Παρακολουθούσα, μέσα από τα γυαλιά μου, πότε τον έναν πότε τον άλλον όσο πιο διακριτικά μπορούσα.
Η γιαγιά κοιτούσε τον γυμνασμένο νεαρό, με το μαύρο σορτσάκι, που περπατούσε γρήγορα και με έντονες κινήσεις. Σήκωσε το χέρι του να φτιάξει τα μαλλιά του, το σήκωσε και εκείνη και άγγιξε τα δικά της. Έστρωσε εκείνος το μπλουζάκι του, τακτοποίησε εκείνη την ρόμπα της. Ύστερα ακούμπησε στα κάγκελα της αυλής και τον ακολούθησε με το βλέμμα της μέχρι την είσοδο του γυμναστηρίου. "Αύριο πάλι" θα σκέφτηκε.

Ενστικτωδώς ελαχιστοποίησα τις κινήσεις μου για να περάσω όσο πιο αόρατα μπορούσα. Το βάδισμα μου ήταν σταθερό, χωρίς αποκλίσεις των μηρών μου δεξιά και αριστερά, και σταμάτησα να παίζω με τα κλειδιά μου. Έσκυψα το βλέμμα μου ξανά αλλά τα μάτια του παππού ήταν κολλημένα πάνω μου. Ή μάλλον πίσω μου.
Έστριψα στην επόμενη γωνία με ανακούφιση. Αγόρασα τσιγάρα και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Προς στιγμήν σκέφτηκα να ακολουθήσω μια διαφορετική διαδρομή αλλά η ζέστη αποφάσισε για μένα. Θα έπαιρνα ξανά τον ίδιο σύντομο δρόμο ελπίζοντας να μην μου τύχει κάποιο απρόοπτο.

Βγαίνοντας στον ίδιο δρόμο το βλέμμα του παππού ήταν εκεί και με περίμενε. Τα βήματα μου ήταν πιο γρήγορα, τα χέρια μου σχεδόν κολλημένα στο πλάι για να αποφύγω το συγχρονισμό με τον βηματισμό μου. Τα κλειδιά στο ένα χέρι ακίνητα, στο άλλο δύο πακέτα τσιγάρα και τα ρέστα. Ένα ευρω και είκοσι λεπτά.
Η γιαγιά είχε φύγει, προφανώς ο δρόμος έχασε το ενδιαφέρον του για εκείνη.

Καθώς πλησίαζα όλο και πιο πολύ αξιολογούσα το φόρεμα μου. Γαλάζιο με ροζ και μπλε πεταλούδες. Τιραντέ. "Θα περάσω χωρίς να το καταλάβει..." κορόϊδεψα τον εαυτό μου.

Ένα ευρω στο χέρι και δύο δεκάλεπτα να τσουλάνε στην άσφαλτο μπροστά από την λευκή καρέκλα του παππού. Στέκομαι και περιμένω να σταματήσουν. Αξιολογώ το φόρεμα μου ξανά. Οι ροζ και οι μπλε πεταλούδες χορεύουν.
Λυγίζω τα γόνατα, σεμνά και σηκώνω το ένα κέρμα. Ανασηκώνομαι και τα μαλλιά μου τα φυσά ο αέρας, η τιράντα μου πέφτει από τους ώμους. Βλέπω τεντωμένο το χέρι του παππού να κρατά το δεύτερο κέρμα.
"Ευχαριστώ" είπα με καλοσύνη
"Εγώ!" είπε με αναστεναγμό.

Πότε σταματάει το κορμί να ποθεί;
Πότε ελευθερώνεται;
Ποτέ;!!

Friday, July 07, 2006

Το Χημείο ταξιδεύει...

Είτε ανάμεσα σε άλλους κλασικούς συγγραφείς...



είτε σε επικίνδυνες αποστολές...



είναι το Χημείο του Παρακράτους που έφυγε σήμερα από τα χέρια μου για ένα ταξίδι που ποτέ δεν φαντάστηκα.
Στο καλό να πας, μικρό μου Χημείο...




Διονύση σε ευχαριστώ από καρδιάς.

Tuesday, July 04, 2006

Αρ Γιου Σίριους?

του Alex Godgift!
Κυκλοφόρησε την προηγούμενη βδομάδα από τις εκδόσεις Plethora.

Ήταν τέσσερις και μισή, καθημερινή, χωρίς κόσμο στο βιβλιοπωλείο.
Καθόμουν με δυσκολία λόγω κούρασης στο σκαμπό. Κάποιος κύριος πέρασε και στάθηκε στον πάγκο με τα βιβλία μπροστά μου. Τον κοίταξα αδιάφορα αλλά σε κλάσματα δευτερολέπτου πετάχτηκα λες και έπαθα ηλεκτροπληξία.

Τον είχα σκεφτεί πριν λίγες μέρες.
"Κοίτα να δεις που κάποια μέρα θα τον δω στο βιβλιοπωλείο"
Και τον είδα. Είχε έρθει για δουλειές στην Αθήνα και πέρασε να αγοράσει βιβλία χωρίς να έχει ιδέα πως δουλεύω εκεί.
Δεν ξέρω ποιος ένοιωσε μεγαλύτερη έκπληξη.
Εγώ πάντως απέδειξα για ακόμα μια φορά πως είμαι μάγισσα.

Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, είπαμε τα νέα μας.
-Βιβλίο; Και εσύ;
-Και εσύ;

Αλλά δεν είναι να προβληματίζεται κανείς. Αν δεν έγραφε βιβλίο εκείνος ποιος θα έγραφε;
Είναι από τους πιο διαβασμένους ανθρώπους που γνωρίζω και τους πιο έξυπνους.
Το βιβλίο του είναι δουλεμένο, εμπεριστατωμένο και πολύ πρωτότυπο.
Είναι πανέξυπνο και με πολύ χιούμορ. Φαίνεται άλλωστε και από τον τίτλο του.

Ο Alex Godgift είναι φίλος μου πολλά χρόνια τώρα. Με την γλυκιά του γυναίκα (μεγάλη μου αδυναμία!) και εκείνον έχουμε πολλές αναμνήσεις.
Τον εκτιμώ και τον αγαπώ πολύ και αισθάνομαι περήφανη που το βιβλίο αυτό είναι δικό του.
Καλοτάξιδο!