Στην μια τσάντα τα σουβλάκια και οι μπύρες, καθόλου ρομαντικά, ίσως έπρεπε να φτιάξω κάτι πρόχειρο...μπριός με χαβιάρι, συκωτάκι πατέ και δυο τρία σπαράγγια δεμένα με άνηθο και για επιδόρπιο κρεμ μπουλέ.
Στην άλλη όλα τα απαραίτητα ρομαντικά αντικείμενα, κεριά, αντικουνουπικό στίκ, φενιστίλ...(τα φιδάκια βρε μωράκι...τα φιδάκια ξέχασες)
Για λίγη ώρα περιφερόμασταν με το αυτοκίνητο για να βρούμε την κατάλληλη παραλία, από όπου να μπορούμε να αγναντεύουμε το φεγγάρι. Συχνά πυκνά το χάναμε από τα μάτια μας, κρύβονταν από τα σύννεφα.
Αποφασίσαμε τελικά για την παραλία με βάσει την ταβέρνα, που βρίσκεται εκεί κοντά και πουλάει και παγωτά, παρά αν θα φαίνεται ή όχι το φεγγάρι.
Στρώσαμε τις ψάθες, τις πετσέτες και άναψα τα κεριά.
Το φεγγάρι ήταν ακριβώς απέναντι μας αλλά πίσω από μαύρα σύννεφα.
Ώρα να φάμε τα σουβλάκια μέχρι να εμφανιστεί.
Το φεγγάρι δεν έλεγε να φανεί ... φάγαμε και παγωτό.
Τα κεριά σβήσανε συνεχώς και εγώ επέμενα να τα ανάβω.
Μέχρι που τελείωσε ο αναπτήρας και δεν είχα φωτιά ούτε για τσιγάρα.
Μετά από εντατικό ψάξιμο βρήκα σπίρτα στην τσάντα μου, που τα χωράει όλα.
Κανένα ίχνος από κουνούπια.
Το φεγγάρι έβγαινε και κρυβόταν συνεχώς αλλά ήταν το τελευταίο που μας απασχολούσε.
Γέλια και πειράγματα, πειράγματα και γέλια.
Το φεγγάρι ήταν μόνο η αφορμή, τα φιλιά του το ζητούμενο.
Μια μικρή παρέα που έκατσε πιο δίπλα μας χάλασε λίγο την ατμόσφαιρα.
Αποφασίσαμε να μετακινηθούμε κάτω από ένα δέντρο για να μην φαινόμαστε πολύ.
Ψάθες, κεριά, μπύρες, μεταβολή και πάμε.
Στην αρχή ήταν το ίδιο όμορφα, μετά άρχισε ο εφιάλτης.
Πολλά ίχνοι από κουνούπια.
Επιδρομή μιας διμοιρίας κουνουπιών και σε τρία λεπτά ο Nick ευχόταν να είχε άλλα 4-5 χέρια για να ξύνεται.
Εγώ την γλίτωσα μόνο με δύο τσιμπήματα στα πόδια, γιατί αφενός ήμουν ξαπλωμένη και καλυμμένη από τον Nick και αφετέρου φορούσα ακόμα το μπλουζάκι μου.
Ψάθες, κεριά, μπύρες, ξανά μεταβολή και επιστροφή στο αρχικό σημείο.
Πήρα ένα κερί για να δω τα τσιμπήματα στην πλάτη του και να βάλω φενιστίλ.
Αντίκρισα σεληνιακό τοπίο, κρατήρες και υψώματα.
Τα παλιοκουνούπια δεν θα πήραν ανάσα... ρούφηξαν με μανία το γλυκό του αίμα.
"Πως είναι;"
"Νομίζω είναι ώρα να φύγουμε"
"Τόοοσο χάλια;"
"Και χειρότερα"
Φτάνοντας στο σπίτι το ένα του αυτί ήταν μεγαλύτερο από του Ντάμπο.
Καθώς έβαζα ξανά αλοιφή μέτρησα τα τσιμπήματα.
24
Χωρίς λόγια.
Ελπίζω τα σιχαμένα κουνούπια να έχουν βαρυστομαχιάσει και να ψάχνουν για μαλόξ.
Και ελπίζω να ρεύονται σουβλάκι για πολλές μέρες ακόμα.
Σιχαμένα κουνούπια ξεκάνατε το μωρό μου :(
Συμπέρασμα: μην πάτε κάτω από δέντρα ακόμα και αν σας παίρνουν μάτι.
Friday, July 22, 2005
Thursday, July 21, 2005
Μετράω τα λεφτά μου...
και τα βρίσκω λίγα.
Σάββατο ξημερώματα φεύγουμε για Κεφαλονιά.
Sparilious + sport Billy
Alex + Nick
Καμία κράτηση για καράβι, καμία κράτηση για δωμάτια.
Κανένα πλάνο, κανένα σχέδιο δράσης.
Ότι κάτσει.
Στην χειρότερη μας βλέπω να διανυκτερεύουμε σε παραλία.
Δεν με χαλάει.
Δεν έχω ξανάπαει, ούτε κατά που πέφτει δεν ξέρω.
Και μ' αρέσει!
Στην Λευκάδα είναι πιο ξεκάθαρα τα πράγματα.
Έχουμε εξασφαλίσει στέγη.
Ξέρω τα κατατόπια.
Μόνο μην χαθούμε με τον Διευθυντή και την Μαρία.
Ξανά μετράω τα λεφτά μου.
Μάλλον θα μου φτάσουν.
Δεν γαμ!έται ...
Μετράω...
Μία και σήμερα.
Σάββατο ξημερώματα φεύγουμε για Κεφαλονιά.
Sparilious + sport Billy
Alex + Nick
Καμία κράτηση για καράβι, καμία κράτηση για δωμάτια.
Κανένα πλάνο, κανένα σχέδιο δράσης.
Ότι κάτσει.
Στην χειρότερη μας βλέπω να διανυκτερεύουμε σε παραλία.
Δεν με χαλάει.
Δεν έχω ξανάπαει, ούτε κατά που πέφτει δεν ξέρω.
Και μ' αρέσει!
Στην Λευκάδα είναι πιο ξεκάθαρα τα πράγματα.
Έχουμε εξασφαλίσει στέγη.
Ξέρω τα κατατόπια.
Μόνο μην χαθούμε με τον Διευθυντή και την Μαρία.
Ξανά μετράω τα λεφτά μου.
Μάλλον θα μου φτάσουν.
Δεν γαμ!έται ...
Μετράω...
Μία και σήμερα.
Wednesday, July 20, 2005
Ανταπόκριση από Ερμού.
Λίγες είναι οι φορές που κατεβαίνω στην Ερμού και κάθε φορά το μετανιώνω.
Ότι χρειαζόμουν το ψώνισα στην Βουλιαγμένης, που παρόλο που είχε κόσμο ήταν ακόμα ανθρώπινα.
Άφησα για το τέλος τα σανδάλια από το Μοναστηράκι και αφού πήρα μια βαθιά ανάσα αποφάσισα να περάσω από την ακατονόμαστη Ερμού για να κατέβω με τα πόδια.
Χρόνο είχα αρκετό και από ότι φαίνεται είχα και όρεξη για περιπέτεια.
Μόλις βγήκα από το μετρό αντίκρισα λαοθάλασσα.
Θυμήθηκα μια καταραμένη μέρα Χριστουγέννων που έκανα το χατίρι σε κάτι φίλους να πάω μαζί τους.
Δεν μπορούσα όχι μόνο να περπατήσω αλλά ούτε και να αναπνεύσω με τόσο κόσμο.
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως ποτέ ξανά δεν θα πήγαινα στο Σύνταγμα γιορτινές μέρες ή μέρες εκπτώσεων.
Αλλά δεν κράτησα την υπόσχεση μου.
Στον πλακόστρωτο δρόμο αυτό που επικρατούσε δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα από τον Στέφανο
"ορδές των αναμαλλιασμένων κουφέτων που ξεχύνονται σαν των οχτρών τα φουσάτα στο καλντερίμι της Ερμού, και τα τακούνια ηχούν σαν πέταλα αραβικών αλόγων στις μάχες της Σιδώνας, της Τύρου και του Μπαϊρακτάρη"
Σε μια βιτρίνα με παπούτσια είχαν μαζευτεί τουλάχιστον 15 γυναίκες.
Επιφωνήματα χαράς "ααα μα είναι τέ-λει-ο και τζάμπα"
"οοο το θέλω το θέλω το θέλω"
Λίγα λεπτά αργότερα συνειδητοποίησα πως δεν χάζευα τις βιτρίνες πια αλλά τους ανθρώπους γύρω μου.
Πιο ενδιαφέρον ήταν.
Πρώτη παγίδα : ο ζάρας...έριξα μια ματιά από έξω.
Μάχες σε πλήρη εξέλιξη (δεν μπήκα).
Δεύτερη παγίδα : ο χόντος, με ένα μεγάλο 50% στην βιτρίνα.
Γυναίκες τυφλωμένες έμπαιναν να βρουν το φως τους (δεν μπήκα επίσης)
Τα αρμανιμάνια και τα ζαντοοόρ αναστέναζαν.
Συνέχισα την βόλτα μου με ένα μπουκάλι νερό στο ένα χέρι και τσιγάρο στο άλλο.
Είχα άγχος με το τσιγάρο...φοβόμουνα μην περάσει καμιά κυρία κοντά μου και τις κάψω το ακριβό μπλουζάκι της και το χρυσοπληρώνω μετά (εκτός του ότι θα με ξεφτίλιζε με τις τσιρίδες της).
Κάθισα να ξαποστάσω και να το καπνίσω στο πεζούλι στο εκκλησάκι.
Κόσμος πήγαινε και έρχονταν.
Με τσάντες, τσαντάκια, καροτσάκια, παιδιά στην αγκαλιά (μα που τα τρέχουνε τα καημένα με τέτοια ζέστη)
Τρίτη παγίδα : ο ζάρας Νο2 (μπήκα)
Μάλλον κάτι βάζουνε στον κλιματισμό και τις υπνωτίζουνε.
Δεν εξηγείται αλλιώς.
Αλλόφρονες άνθρωποι να σπρώχνουν από εδώ και από εκεί...να δοκιμάζουν...να απορρίπτουν και όλα συνοδευόμενα από επιφωνήματα, χαριτωμενιές και βιασύνη.
Και μανία...κυρίως μανία.
Αυτός ο κύριος ζάρας πρέπει να είναι πολύ ευτυχισμένος και πλούσιος άνθρωπος.
Έφυγα άρον άρον.
Κατέβηκα Μοναστηράκι και αγόρασα τα πεδιλάκια μου, τα αγαπημένα μου.
Με 12 ευρω ήμουν χαρούμενη, ο μπουρνάζος ας κάνει άλλες γυναίκες ευτυχισμένες.
Τελευταία βαθιά ανάσα και ανηφόρισα για Θησείο.
Φραπέ - μέτριος - με γάλα και παγωμένο νερό.
Ξαπόστασα.
Σε κάνα χρόνο, ίσως, τα ξανάλεμε στην Ερμού.
Ότι χρειαζόμουν το ψώνισα στην Βουλιαγμένης, που παρόλο που είχε κόσμο ήταν ακόμα ανθρώπινα.
Άφησα για το τέλος τα σανδάλια από το Μοναστηράκι και αφού πήρα μια βαθιά ανάσα αποφάσισα να περάσω από την ακατονόμαστη Ερμού για να κατέβω με τα πόδια.
Χρόνο είχα αρκετό και από ότι φαίνεται είχα και όρεξη για περιπέτεια.
Μόλις βγήκα από το μετρό αντίκρισα λαοθάλασσα.
Θυμήθηκα μια καταραμένη μέρα Χριστουγέννων που έκανα το χατίρι σε κάτι φίλους να πάω μαζί τους.
Δεν μπορούσα όχι μόνο να περπατήσω αλλά ούτε και να αναπνεύσω με τόσο κόσμο.
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως ποτέ ξανά δεν θα πήγαινα στο Σύνταγμα γιορτινές μέρες ή μέρες εκπτώσεων.
Αλλά δεν κράτησα την υπόσχεση μου.
Στον πλακόστρωτο δρόμο αυτό που επικρατούσε δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα από τον Στέφανο
"ορδές των αναμαλλιασμένων κουφέτων που ξεχύνονται σαν των οχτρών τα φουσάτα στο καλντερίμι της Ερμού, και τα τακούνια ηχούν σαν πέταλα αραβικών αλόγων στις μάχες της Σιδώνας, της Τύρου και του Μπαϊρακτάρη"
Σε μια βιτρίνα με παπούτσια είχαν μαζευτεί τουλάχιστον 15 γυναίκες.
Επιφωνήματα χαράς "ααα μα είναι τέ-λει-ο και τζάμπα"
"οοο το θέλω το θέλω το θέλω"
Λίγα λεπτά αργότερα συνειδητοποίησα πως δεν χάζευα τις βιτρίνες πια αλλά τους ανθρώπους γύρω μου.
Πιο ενδιαφέρον ήταν.
Πρώτη παγίδα : ο ζάρας...έριξα μια ματιά από έξω.
Μάχες σε πλήρη εξέλιξη (δεν μπήκα).
Δεύτερη παγίδα : ο χόντος, με ένα μεγάλο 50% στην βιτρίνα.
Γυναίκες τυφλωμένες έμπαιναν να βρουν το φως τους (δεν μπήκα επίσης)
Τα αρμανιμάνια και τα ζαντοοόρ αναστέναζαν.
Συνέχισα την βόλτα μου με ένα μπουκάλι νερό στο ένα χέρι και τσιγάρο στο άλλο.
Είχα άγχος με το τσιγάρο...φοβόμουνα μην περάσει καμιά κυρία κοντά μου και τις κάψω το ακριβό μπλουζάκι της και το χρυσοπληρώνω μετά (εκτός του ότι θα με ξεφτίλιζε με τις τσιρίδες της).
Κάθισα να ξαποστάσω και να το καπνίσω στο πεζούλι στο εκκλησάκι.
Κόσμος πήγαινε και έρχονταν.
Με τσάντες, τσαντάκια, καροτσάκια, παιδιά στην αγκαλιά (μα που τα τρέχουνε τα καημένα με τέτοια ζέστη)
Τρίτη παγίδα : ο ζάρας Νο2 (μπήκα)
Μάλλον κάτι βάζουνε στον κλιματισμό και τις υπνωτίζουνε.
Δεν εξηγείται αλλιώς.
Αλλόφρονες άνθρωποι να σπρώχνουν από εδώ και από εκεί...να δοκιμάζουν...να απορρίπτουν και όλα συνοδευόμενα από επιφωνήματα, χαριτωμενιές και βιασύνη.
Και μανία...κυρίως μανία.
Αυτός ο κύριος ζάρας πρέπει να είναι πολύ ευτυχισμένος και πλούσιος άνθρωπος.
Έφυγα άρον άρον.
Κατέβηκα Μοναστηράκι και αγόρασα τα πεδιλάκια μου, τα αγαπημένα μου.
Με 12 ευρω ήμουν χαρούμενη, ο μπουρνάζος ας κάνει άλλες γυναίκες ευτυχισμένες.
Τελευταία βαθιά ανάσα και ανηφόρισα για Θησείο.
Φραπέ - μέτριος - με γάλα και παγωμένο νερό.
Ξαπόστασα.
Σε κάνα χρόνο, ίσως, τα ξανάλεμε στην Ερμού.
"Old Boy"
Μόλις την είδα... ίσως να άργησα κιόλας να την δω.
Είναι από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει: Old Boy.
Όποιος βαρεθεί στα πρώτα πέντε λεπτά και σταματήσει το dvd έχει χάσει.
Όποιος ξεπεράσει το πρώτο πεντάλεπτο θα είναι κερδισμένος!
"Laugh and everyone will laugh. Cry and you will be all alone"
Άψογη... 10 αστεράκια από εμένα.
Είναι από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει: Old Boy.
Όποιος βαρεθεί στα πρώτα πέντε λεπτά και σταματήσει το dvd έχει χάσει.
Όποιος ξεπεράσει το πρώτο πεντάλεπτο θα είναι κερδισμένος!
"Laugh and everyone will laugh. Cry and you will be all alone"
Άψογη... 10 αστεράκια από εμένα.
Monday, July 18, 2005
Το μικρό Τσουναμάκι
Η παραλία που πηγαίνω είναι ξεχωριστή!
Έχει μαύρη άμμο που κολλάει παντού.
Έχει δέντρα με πυκνή σκιά, με κουκουνάρια και με κάτι βελόνες ΝΑ που βγάζουν μάτι την ώρα που κάνεις ηλιοθεραπεία ανάσκελα (το κράνος είναι απαραίτητο).
Έχει ωραιότατη μαύρη πίσσα που αν θες να βουλώσεις καμιά λακκούβα στην γειτονιά σου πάρε τσουβαλάκι και έλα (μην βάλεις το καλό σου το μαγιό γιατί θα το κλαις).
Επίσης, έχει χώρο για να αθληθείς, και να αθληθούν και οι υπόλοιποι, με ρακέτες και οποιοδήποτε παιχνίδι αφορά μπαλάκια που καταλήγουν στο κεφάλι σου.
Το καλύτερο όμως αυτής της παραλίας είναι το μικρό της Τσουναμάκι.
Κάθε μέρα στις 15:00 η θάλασσα φουσκώνει και τα κύματα ανεβαίνουν τουλάχιστον 5-6 μέτρα στην αμμουδιά.
Αν είσαι γνώστης, έχεις καθίσει ψηλά ψηλά και μόλις αναγνωρίσεις τα σημάδια είσαι σε επιφυλακή.
Αν δεν είσαι γνώστης, ετοιμάσου να κλάψεις για το κινητό σου, τις σαγιονάρες σου, τα γυαλιά ηλίου, τα κουβαδάκια των παιδιών, τις ρακέτες, το Levi's μπλουζάκι σου και το τάπερ με τα κεφτεδάκια.
Για μερικά δευτερόλεπτα τα βλέπεις να επιπλέουν...μετά τα χαιρετάς και τα χάνεις για πάντα.
Έχω κυνηγήσει εγώ σαγιονάρες και καπέλα διπλανών λουομένων....
Το χειρότερο είναι όταν χάνουν το κινητό τους (μα το αφήνετε και εσείς χύμα πάνω στην πετσέτα;)
Αν το χάσει γυναίκα ξεκινάει το σκούξιμο, αν το χάσει άνδρας τα γαμωσταυρίδια.
Και στις δύο περιπτώσεις είναι ώρα να φεύγεις, δεν αντέχονται και οι δύο.
Όταν η θάλασσα καταπιεί κάτι μικρότερης αξίας πρέπει να μείνεις, θα γελάσεις πολύ.
Φοράνε τα βατραχοπέδιλα και τις μάσκες, παίρνουν το ψαροντούφεκο και πάνε για αναζήτηση των απολεσθέντων. Σπάνια θα βρουν κάτι.
Οι υπόλοιποι ψάχνουν για κοχύλια.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκα και εγώ μέχρι πρόσφατα.
Ήταν τότε που ανακάλυψα και τους σιχαμερούς ενοίκους των κοχυλιών να κόβουν βόλτες πάνω στην παλάμη μου.
Με ένα δυνατό ουρλιαχτό γύρισαν στον βυθό της θάλασσας.
Μετά το Τσουναμάκι η θάλασσα είναι σαν λασπόνερο.
Οι βουτιές είναι απαγορευτικές εκτός και αν σου αρέσει να επιπλέεις ανάμεσα σε χώμα και πλαστικές σακούλες.
Αυτή είναι η αγαπημένη μου παραλία (φαντάσου πόσο χάλια είναι οι υπόλοιπες τις περιοχής)
(Θα μπορούσε κάποιος να μου εξηγήσει το φαινόμενο-τσουναμάκι και γιατί συμβαίνει πάντα στις 15:00;)
Έχει μαύρη άμμο που κολλάει παντού.
Έχει δέντρα με πυκνή σκιά, με κουκουνάρια και με κάτι βελόνες ΝΑ που βγάζουν μάτι την ώρα που κάνεις ηλιοθεραπεία ανάσκελα (το κράνος είναι απαραίτητο).
Έχει ωραιότατη μαύρη πίσσα που αν θες να βουλώσεις καμιά λακκούβα στην γειτονιά σου πάρε τσουβαλάκι και έλα (μην βάλεις το καλό σου το μαγιό γιατί θα το κλαις).
Επίσης, έχει χώρο για να αθληθείς, και να αθληθούν και οι υπόλοιποι, με ρακέτες και οποιοδήποτε παιχνίδι αφορά μπαλάκια που καταλήγουν στο κεφάλι σου.
Το καλύτερο όμως αυτής της παραλίας είναι το μικρό της Τσουναμάκι.
Κάθε μέρα στις 15:00 η θάλασσα φουσκώνει και τα κύματα ανεβαίνουν τουλάχιστον 5-6 μέτρα στην αμμουδιά.
Αν είσαι γνώστης, έχεις καθίσει ψηλά ψηλά και μόλις αναγνωρίσεις τα σημάδια είσαι σε επιφυλακή.
Αν δεν είσαι γνώστης, ετοιμάσου να κλάψεις για το κινητό σου, τις σαγιονάρες σου, τα γυαλιά ηλίου, τα κουβαδάκια των παιδιών, τις ρακέτες, το Levi's μπλουζάκι σου και το τάπερ με τα κεφτεδάκια.
Για μερικά δευτερόλεπτα τα βλέπεις να επιπλέουν...μετά τα χαιρετάς και τα χάνεις για πάντα.
Έχω κυνηγήσει εγώ σαγιονάρες και καπέλα διπλανών λουομένων....
Το χειρότερο είναι όταν χάνουν το κινητό τους (μα το αφήνετε και εσείς χύμα πάνω στην πετσέτα;)
Αν το χάσει γυναίκα ξεκινάει το σκούξιμο, αν το χάσει άνδρας τα γαμωσταυρίδια.
Και στις δύο περιπτώσεις είναι ώρα να φεύγεις, δεν αντέχονται και οι δύο.
Όταν η θάλασσα καταπιεί κάτι μικρότερης αξίας πρέπει να μείνεις, θα γελάσεις πολύ.
Φοράνε τα βατραχοπέδιλα και τις μάσκες, παίρνουν το ψαροντούφεκο και πάνε για αναζήτηση των απολεσθέντων. Σπάνια θα βρουν κάτι.
Οι υπόλοιποι ψάχνουν για κοχύλια.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκα και εγώ μέχρι πρόσφατα.
Ήταν τότε που ανακάλυψα και τους σιχαμερούς ενοίκους των κοχυλιών να κόβουν βόλτες πάνω στην παλάμη μου.
Με ένα δυνατό ουρλιαχτό γύρισαν στον βυθό της θάλασσας.
Μετά το Τσουναμάκι η θάλασσα είναι σαν λασπόνερο.
Οι βουτιές είναι απαγορευτικές εκτός και αν σου αρέσει να επιπλέεις ανάμεσα σε χώμα και πλαστικές σακούλες.
Αυτή είναι η αγαπημένη μου παραλία (φαντάσου πόσο χάλια είναι οι υπόλοιπες τις περιοχής)
(Θα μπορούσε κάποιος να μου εξηγήσει το φαινόμενο-τσουναμάκι και γιατί συμβαίνει πάντα στις 15:00;)
Saturday, July 16, 2005
Στην Λαϊκή
Συνήθως δεν πάω λαϊκή γιατί το Σάββατο ξυπνάω αργά και εκείνη την ώρα έχουν μείνει μόνο τα σάπια.
Επίσης την έχω καταβρεί με τον μανάβη, τον Παναγιώτη.
Μου δίνει πάντα τα καλύτερα και ας τα χρυσοπληρώνω μερικές φορές.
"Μην παίρνεις φασολάκια σήμερα, έλα σε δύο μέρες θα έχω φρέσκα"
ή "ντομάτες θα σου φέρω εγώ από τις καλές, αυτές είναι για τους άλλους" και μου κλείνει το μάτι.
Όταν πήρα ένα καρπούζι-μάπα και του το είπα μου έδωσε ένα άλλο δωρεάν.
Πάντα βάζει τις σακούλες με τα ψώνια στο αυτοκίνητο μου, "να μην σηκώνεις βάρη" λέει.
Είναι να μην εκτιμήσω την ειλικρίνεια και την καλή του διάθεση;
Όταν πάω λαϊκή συγχύζομαι.
Λυπάμαι πραγματικά τα γεροντάκια και τις γιαγιάδες.
Δεν γίνεται να δίνεις 1 ευρώ για να πάρεις μαϊντανό...είναι απαράδεκτο.
Θυμάμαι ένα ρεπορτάζ στην Ελευθεροτυπία για όσους πάνε στο τέλος της λαϊκής και μαζεύουν από τον δρόμο αυτά που είναι για τα σκουπίδια.
Δεν είναι τίποτα άστεγοι...αλλά οικογενειάρχες άνθρωποι που απλά δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα.
Σοκαρίστηκα, λυπήθηκα, σιχτίρισα.
Μια ζωή δουλεύουν οι άνθρωποι για να πάρουν μια σύνταξη που θα τους αναγκάζει να ψάχνουν στα σκουπίδια.
Αϊ σιχτίρ για τον πολιτισμό μας. Αϊ σιχτίρ για την κοινωνία που ζούμε.
Σήμερα είπα να αγοράσω βλίτα, τα είδα φρέσκα-φρέσκα και δεν αντιστάθηκα.
"Πάρε κοπελιά, χωρίς λίπασμα, από το κηπάκι μου κτλ..."
Έβαλε αρκετά στην σακούλα, τα ζύγισε, ρώτησα πόσο κάνουν.
"3,40"
"Πόοοοσο; Καλύτερα να αγόραζα μπριζόλες"
"Ναι αλλά αυτά είναι υγιεινά"
"Τι υγιεινά κυρία μου, αυτή την στιγμή δεν αισθάνομαι καθόλου υγιής, κοντεύω να πάθω εγκεφαλικό"
Και τα πήρα. Με 3,40, τουτέστιν 1158,5 δρχ.
Στο χωριό μου τα βλίτα τα ρίχνουν στα κουνέλια. Μια ολόκληρη περιουσία γίνεται τροφή.
Στην πολυτέλεια τα' χουνε τα σκασμένα.
Για να τρώω όσα βλίτα τρώνε εκείνα πρέπει να ξοδεύω το μισό μισθό που δεν έχω.
Σαν να τα βλέπω ... αντί να μασάνε βλίτα, μασάνε πεντάευρω...κριτς κριτς κριτς με τα δύο μπροστινά τους δοντάκια.
Το χειρότερο είναι που αποφασίζουν εκείνοι την ποσότητα που θα πάρεις.
Θέλω π.χ. 4 κολοκυθάκια, μισό κιλό.
Θα σου πούνε "πάρε ένα κιλό= ένα ευρώ"
"Δεν θέλω ένα κιλό, τι να το κάνω;"
"Πάρε μανδάμ, τα έχω προσφορά"
(μου θυμίζει το "το' χω και σε μπεζάκι")
Και τελικά το φορτώνεσαι το ένα κιλό = ένα ευρώ και σου σαπίζει στο ψυγείο, γιατί δεν το χρειάστηκες. (Πόσο κολοκύθι να φας σε μια βδομάδα πια; Να ήταν παϊδάκια να'λεγα)
Φεύγοντας από την λαϊκή, φορτωμένη, πρέπει να μετατρέψω τα ευρώ σε δρχ για να καταλάβω το μέγεθος της συμφοράς.
Μόνο στην λαϊκή το κάνω αυτό.
Πατάτες, αγγουράκια, ντομάτες, κρεμμύδια, πιπεριές (σε μικρές ποσότητες) μας κάνουν 4293,5 δρχ.
(σκεφτείτε πόσες μέρες περνούσαμε κάποτε, σαν φοιτητές, με τόσα λεφτά)
Χωρίς να υπολογίζω τα βλίτα, που θα τάιζαν για μεσημέρι μόνο δύο κουνέλια.
Την επόμενη φορά στην λαϊκή θα αγοράσω τιάρες για τα κουνέλια... που ζουν σαν βασιλιάδες.
Επίσης την έχω καταβρεί με τον μανάβη, τον Παναγιώτη.
Μου δίνει πάντα τα καλύτερα και ας τα χρυσοπληρώνω μερικές φορές.
"Μην παίρνεις φασολάκια σήμερα, έλα σε δύο μέρες θα έχω φρέσκα"
ή "ντομάτες θα σου φέρω εγώ από τις καλές, αυτές είναι για τους άλλους" και μου κλείνει το μάτι.
Όταν πήρα ένα καρπούζι-μάπα και του το είπα μου έδωσε ένα άλλο δωρεάν.
Πάντα βάζει τις σακούλες με τα ψώνια στο αυτοκίνητο μου, "να μην σηκώνεις βάρη" λέει.
Είναι να μην εκτιμήσω την ειλικρίνεια και την καλή του διάθεση;
Όταν πάω λαϊκή συγχύζομαι.
Λυπάμαι πραγματικά τα γεροντάκια και τις γιαγιάδες.
Δεν γίνεται να δίνεις 1 ευρώ για να πάρεις μαϊντανό...είναι απαράδεκτο.
Θυμάμαι ένα ρεπορτάζ στην Ελευθεροτυπία για όσους πάνε στο τέλος της λαϊκής και μαζεύουν από τον δρόμο αυτά που είναι για τα σκουπίδια.
Δεν είναι τίποτα άστεγοι...αλλά οικογενειάρχες άνθρωποι που απλά δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα.
Σοκαρίστηκα, λυπήθηκα, σιχτίρισα.
Μια ζωή δουλεύουν οι άνθρωποι για να πάρουν μια σύνταξη που θα τους αναγκάζει να ψάχνουν στα σκουπίδια.
Αϊ σιχτίρ για τον πολιτισμό μας. Αϊ σιχτίρ για την κοινωνία που ζούμε.
Σήμερα είπα να αγοράσω βλίτα, τα είδα φρέσκα-φρέσκα και δεν αντιστάθηκα.
"Πάρε κοπελιά, χωρίς λίπασμα, από το κηπάκι μου κτλ..."
Έβαλε αρκετά στην σακούλα, τα ζύγισε, ρώτησα πόσο κάνουν.
"3,40"
"Πόοοοσο; Καλύτερα να αγόραζα μπριζόλες"
"Ναι αλλά αυτά είναι υγιεινά"
"Τι υγιεινά κυρία μου, αυτή την στιγμή δεν αισθάνομαι καθόλου υγιής, κοντεύω να πάθω εγκεφαλικό"
Και τα πήρα. Με 3,40, τουτέστιν 1158,5 δρχ.
Στο χωριό μου τα βλίτα τα ρίχνουν στα κουνέλια. Μια ολόκληρη περιουσία γίνεται τροφή.
Στην πολυτέλεια τα' χουνε τα σκασμένα.
Για να τρώω όσα βλίτα τρώνε εκείνα πρέπει να ξοδεύω το μισό μισθό που δεν έχω.
Σαν να τα βλέπω ... αντί να μασάνε βλίτα, μασάνε πεντάευρω...κριτς κριτς κριτς με τα δύο μπροστινά τους δοντάκια.
Το χειρότερο είναι που αποφασίζουν εκείνοι την ποσότητα που θα πάρεις.
Θέλω π.χ. 4 κολοκυθάκια, μισό κιλό.
Θα σου πούνε "πάρε ένα κιλό= ένα ευρώ"
"Δεν θέλω ένα κιλό, τι να το κάνω;"
"Πάρε μανδάμ, τα έχω προσφορά"
(μου θυμίζει το "το' χω και σε μπεζάκι")
Και τελικά το φορτώνεσαι το ένα κιλό = ένα ευρώ και σου σαπίζει στο ψυγείο, γιατί δεν το χρειάστηκες. (Πόσο κολοκύθι να φας σε μια βδομάδα πια; Να ήταν παϊδάκια να'λεγα)
Φεύγοντας από την λαϊκή, φορτωμένη, πρέπει να μετατρέψω τα ευρώ σε δρχ για να καταλάβω το μέγεθος της συμφοράς.
Μόνο στην λαϊκή το κάνω αυτό.
Πατάτες, αγγουράκια, ντομάτες, κρεμμύδια, πιπεριές (σε μικρές ποσότητες) μας κάνουν 4293,5 δρχ.
(σκεφτείτε πόσες μέρες περνούσαμε κάποτε, σαν φοιτητές, με τόσα λεφτά)
Χωρίς να υπολογίζω τα βλίτα, που θα τάιζαν για μεσημέρι μόνο δύο κουνέλια.
Την επόμενη φορά στην λαϊκή θα αγοράσω τιάρες για τα κουνέλια... που ζουν σαν βασιλιάδες.
Friday, July 15, 2005
Πόστ Διαμαρτυρίας
Ο Κωστής και εγώ καταγγέλουμε όσους σερβίρουν τα γεμιστά.
Ναι, ναι...τα γεμιστά.
Δεν θέλω μία πιπεριά και μία ντομάτα.
Θέλω δύο πιπεριές.
"Δεν την μπορώ ρε μάνα την ντομάτα..."
"Μην σε δώ να την πετάς...τα παιδάκια πεινάνε στην Αφρική"
"Εεε στείλε τις ντομάτες"
(ευτυχώς ο Nick τρώει τις ντομάτες και όλες οι πιπεριές του κόσμου είναι δικές μου πια)
Ο Κωστής θέλει δύο ντομάτες (να που έπρεπε να τις στείλει τελικά)
Κυρία "μαμά του Κωστή" δεν τις τρώει τις πιπεριές, τι να το κάνουμε το παιδί...με το ζόρι;
Η μαμά του Κωστή ενδιαφέρεται επίσης για τα παιδιά της Αφρικής.
(εύχομαι και στον Κωστή να βρεί μια σύντροφο που να τρώει μόνο πιπεριές)
Στα εστιατόρια δεν περνάει ο λόγος μας.
"Δύο γεμιστές πιπεριές παρακαλώ"
"Τι εννοείτε;"
(γκουχ γκουχ)"Θα ήθελα γεμιστά, αλλά μόνο πιπεριές"
"Τα γεμιστά είναι ντομάτα-πιπεριά κυρία μου"
"Μα φυσικά, αλλά εγώ θέλω μόνο πιπεριές"
"Θέλετε μόνο μία πιπεριά; Να μην βάλουμε ντομάτα;"
"Όχι θέλω δύο πιπεριές, θα ήθελα να αντικαταστήσετε την ντομάτα με μία πιπεριά, καταλάβατε;"
"Ααααα αντί για ντομάτα θέλετε μια πιπεριά..."
"Ακριβώς" (Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, κατάλαβε)
"Λυπάμαι, αδύνατον"
"Παρακαλώ;"
"Σερβίρονται μαζί, γεμιστά=ντομάτα-πιπεριά"
"Και;" (τα'χουν και θα τους τα χαλάσω;)
"Λοιπόν καταλήξατε;"
(ουυφφ)"Μία γεμιστά κυρίε" (ας πάει στα κομμάτια, μπας και φάμε σήμερα)
"Μία γεμιστά λοιπόν και για τον κύριο;"
(σε αυτή την σκηνή παίζει και ο Κωστής και λέει την τεράστια και συγκλονιστική ατάκα)
"Μία γεμιστά επίσης" (μην το κουράσει επιπλέον το θέμα)
"Έεεφτασε, δύο γεμιστά για τα παιδιά"
Και εννοείτε πως ανταλλάξαμε τις πιπεριές μας και τις ντομάτες μας.
Γιατί παρακαλώ; Γιατί;
Υπάρχει κανένας νόμος;
Έχει βγεί κανένα ΦΕΚ που λέει ότι τα γεμιστά πρέπει να είναι ντομάτα-πιπεριά πάντα;
Καταγγέλουμε λοιπόν όσους σερβίρουν τα γεμιστά.
Μανάδες, συντρόφους, σέφ, σερβιτόρους....
Ξεκίνησε η εκστρατεία!
Ο Κωστής διεκδικεί τις ντομάτες του
και εγώ τις πιπεριές μου.
Ναι, ναι...τα γεμιστά.
Δεν θέλω μία πιπεριά και μία ντομάτα.
Θέλω δύο πιπεριές.
"Δεν την μπορώ ρε μάνα την ντομάτα..."
"Μην σε δώ να την πετάς...τα παιδάκια πεινάνε στην Αφρική"
"Εεε στείλε τις ντομάτες"
(ευτυχώς ο Nick τρώει τις ντομάτες και όλες οι πιπεριές του κόσμου είναι δικές μου πια)
Ο Κωστής θέλει δύο ντομάτες (να που έπρεπε να τις στείλει τελικά)
Κυρία "μαμά του Κωστή" δεν τις τρώει τις πιπεριές, τι να το κάνουμε το παιδί...με το ζόρι;
Η μαμά του Κωστή ενδιαφέρεται επίσης για τα παιδιά της Αφρικής.
(εύχομαι και στον Κωστή να βρεί μια σύντροφο που να τρώει μόνο πιπεριές)
Στα εστιατόρια δεν περνάει ο λόγος μας.
"Δύο γεμιστές πιπεριές παρακαλώ"
"Τι εννοείτε;"
(γκουχ γκουχ)"Θα ήθελα γεμιστά, αλλά μόνο πιπεριές"
"Τα γεμιστά είναι ντομάτα-πιπεριά κυρία μου"
"Μα φυσικά, αλλά εγώ θέλω μόνο πιπεριές"
"Θέλετε μόνο μία πιπεριά; Να μην βάλουμε ντομάτα;"
"Όχι θέλω δύο πιπεριές, θα ήθελα να αντικαταστήσετε την ντομάτα με μία πιπεριά, καταλάβατε;"
"Ααααα αντί για ντομάτα θέλετε μια πιπεριά..."
"Ακριβώς" (Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, κατάλαβε)
"Λυπάμαι, αδύνατον"
"Παρακαλώ;"
"Σερβίρονται μαζί, γεμιστά=ντομάτα-πιπεριά"
"Και;" (τα'χουν και θα τους τα χαλάσω;)
"Λοιπόν καταλήξατε;"
(ουυφφ)"Μία γεμιστά κυρίε" (ας πάει στα κομμάτια, μπας και φάμε σήμερα)
"Μία γεμιστά λοιπόν και για τον κύριο;"
(σε αυτή την σκηνή παίζει και ο Κωστής και λέει την τεράστια και συγκλονιστική ατάκα)
"Μία γεμιστά επίσης" (μην το κουράσει επιπλέον το θέμα)
"Έεεφτασε, δύο γεμιστά για τα παιδιά"
Και εννοείτε πως ανταλλάξαμε τις πιπεριές μας και τις ντομάτες μας.
Γιατί παρακαλώ; Γιατί;
Υπάρχει κανένας νόμος;
Έχει βγεί κανένα ΦΕΚ που λέει ότι τα γεμιστά πρέπει να είναι ντομάτα-πιπεριά πάντα;
Καταγγέλουμε λοιπόν όσους σερβίρουν τα γεμιστά.
Μανάδες, συντρόφους, σέφ, σερβιτόρους....
Ξεκίνησε η εκστρατεία!
Ο Κωστής διεκδικεί τις ντομάτες του
και εγώ τις πιπεριές μου.
Thursday, July 14, 2005
Βρώμικες Κάλτσες
Δεν ήταν πάντα βρώμικες.
Ούτε παραμένουν για καιρό.
Όμως για αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που είναι μούσκεμα και μυρίζουν θανατηφόρα, όταν βγάζεις τα παπούτσια, είναι μισητές.
Στο συρτάρι μυρίζουν "μανούλα"
Τις παίρνεις στα χέρια σου και τις χαίρεσαι.
Όταν πας να τις φορέσεις τα δαχτυλάκια σου κουνιούνται από χαρά.
Στο τέλος τις ημέρας απλά έχουν λιποθυμήσει.
Τις βρώμικες κάλτσες σου μην τις υποτιμάς.
Είναι ένα ισχυρό όπλο κατά της φλυαρίας και της κρεβατομουρμούρας (κράτα ένα ζευγάρι καλού- κακού κάτω από το κρεβάτι).
Απειλείς τον φλύαρο ή τον μουρμούρα μια, δυο, τρεις.
Την τέταρτη όμως πρέπει να την φάει.
Μόλις ενεργοποιήθηκε η μεγαλύτερη σου δύναμη.
Είσαι ένας super-ήρωας, ο "βρωμόκαλτσος"
(δεν είναι απαραίτητη η μάσκα και η μπέρτα)
Ο φλύαρος ή ο μουρμούρας μπορεί να σε χαστουκίσει ή να σου ρίξει μερικά μπινελίκια (όχι mars, kiss και choco bloom) ή να γελάσει δυνατά.
Το μήνυμα όμως ελήφθη.
Το κόλπο με τις βρώμικες κάλτσες έχει και ένα μικρό ποσοστό αποτυχίας (για να μην είμαι ψεύτρα)
Δοκιμάστηκε στον κακό γυμναστή από την αφεντιά μου φυσικά (λίγοι απομείναμε που κάνουν τέτοιες μαλακίες πια)
Ο κακός γυμναστής μας βάζει κάθε Τετάρτη να κάνουμε κάμψεις.
Συνήθως κάθομαι δίπλα του για να πετάμε ατάκες και να γελάμε.
Την ώρα των κάμψεων πάντα μουρμουρίζω (άλλος έπρεπε να την φάει την κάλτσα τελικά)
Στις επτά κάμψεις συνήθως παραδίδω το πνεύμα μου και γκρινιάζω με μεγαλύτερη άνεση.
Μια Τετάρτη όμως ήταν καθοριστική.
Έβγαλα το παπούτσι μου, στην συνέχεια την βρώμικη κάλτσα μου και την τοποθέτησα στο πάτωμα στο σημείο που κατέληγε το πρόσωπο του κακού γυμναστή.
Η δράση μου ήταν αστραπιαία.
Η αντίδραση είχε διάρκεια.
Γυμνάσαμε και τους κοιλιακούς από τα γέλια.
Την επόμενη Τετάρτη παραδόθηκα αμαχητί στην έκτη κάμψη.
Η επιχείρηση "βρώμικη κάλτσα" είχε αποτύχει.
Δοκίμασε το, ή θα πετύχεις το στόχο σου ή να φας μερικές ψιλές.
Αν πάλι είσαι ο φλύαρος ή ο μουρμούρας, πρόσεχε, ο "βρωμόκαλτσος" καραδοκεί.
(Οι "βρώμικες κάλτσες" γράφτηκαν προχθές στο μπαλκόνι της sparilious.
Κουνούπι- Alex = 6-0, είχα δύο offside)
Ούτε παραμένουν για καιρό.
Όμως για αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που είναι μούσκεμα και μυρίζουν θανατηφόρα, όταν βγάζεις τα παπούτσια, είναι μισητές.
Στο συρτάρι μυρίζουν "μανούλα"
Τις παίρνεις στα χέρια σου και τις χαίρεσαι.
Όταν πας να τις φορέσεις τα δαχτυλάκια σου κουνιούνται από χαρά.
Στο τέλος τις ημέρας απλά έχουν λιποθυμήσει.
Τις βρώμικες κάλτσες σου μην τις υποτιμάς.
Είναι ένα ισχυρό όπλο κατά της φλυαρίας και της κρεβατομουρμούρας (κράτα ένα ζευγάρι καλού- κακού κάτω από το κρεβάτι).
Απειλείς τον φλύαρο ή τον μουρμούρα μια, δυο, τρεις.
Την τέταρτη όμως πρέπει να την φάει.
Μόλις ενεργοποιήθηκε η μεγαλύτερη σου δύναμη.
Είσαι ένας super-ήρωας, ο "βρωμόκαλτσος"
(δεν είναι απαραίτητη η μάσκα και η μπέρτα)
Ο φλύαρος ή ο μουρμούρας μπορεί να σε χαστουκίσει ή να σου ρίξει μερικά μπινελίκια (όχι mars, kiss και choco bloom) ή να γελάσει δυνατά.
Το μήνυμα όμως ελήφθη.
Το κόλπο με τις βρώμικες κάλτσες έχει και ένα μικρό ποσοστό αποτυχίας (για να μην είμαι ψεύτρα)
Δοκιμάστηκε στον κακό γυμναστή από την αφεντιά μου φυσικά (λίγοι απομείναμε που κάνουν τέτοιες μαλακίες πια)
Ο κακός γυμναστής μας βάζει κάθε Τετάρτη να κάνουμε κάμψεις.
Συνήθως κάθομαι δίπλα του για να πετάμε ατάκες και να γελάμε.
Την ώρα των κάμψεων πάντα μουρμουρίζω (άλλος έπρεπε να την φάει την κάλτσα τελικά)
Στις επτά κάμψεις συνήθως παραδίδω το πνεύμα μου και γκρινιάζω με μεγαλύτερη άνεση.
Μια Τετάρτη όμως ήταν καθοριστική.
Έβγαλα το παπούτσι μου, στην συνέχεια την βρώμικη κάλτσα μου και την τοποθέτησα στο πάτωμα στο σημείο που κατέληγε το πρόσωπο του κακού γυμναστή.
Η δράση μου ήταν αστραπιαία.
Η αντίδραση είχε διάρκεια.
Γυμνάσαμε και τους κοιλιακούς από τα γέλια.
Την επόμενη Τετάρτη παραδόθηκα αμαχητί στην έκτη κάμψη.
Η επιχείρηση "βρώμικη κάλτσα" είχε αποτύχει.
Δοκίμασε το, ή θα πετύχεις το στόχο σου ή να φας μερικές ψιλές.
Αν πάλι είσαι ο φλύαρος ή ο μουρμούρας, πρόσεχε, ο "βρωμόκαλτσος" καραδοκεί.
(Οι "βρώμικες κάλτσες" γράφτηκαν προχθές στο μπαλκόνι της sparilious.
Κουνούπι- Alex = 6-0, είχα δύο offside)
Monday, July 11, 2005
"Να το δέσουμε το παιδί"
ή αλλιώς το δράμα του αριστερόχειρα.
Από παιδί ήμουν ανάποδη.
Δεν εννοώ μόνο ως χαρακτήρας...στριμμένο, νευρικό, αντιδραστικό... αλλά και ως άνθρωπος.
Δεξιά μου έλεγαν, αριστερά με το ποδήλατο πάνω στα αγκάθια εγώ.
Τις πόρτες από το σπίτι τις είχανε οι γονείς μου πάντα ανοιχτές.
Για μένα ήταν φυσιολογικό τα χερούλια να είναι δεξιά μας ώστε να ανοίγουν με το αριστερό χέρι.
Για τους κατασκευαστές όμως το φυσιολογικό ήταν το ανάποδο μου και πάντα έσπαγα τα μούτρα μου πάνω στις κλειστές πόρτες.
Η ώρα του φαγητού ήταν μια δύσκολη ώρα για μένα.
Καθόμουν πάντα δίπλα στον αδερφό μου, από δεξιά του. Εκείνος δεξιόχειρας, εγώ αριστερόχειρας. Αν τρώγαμε σούπα έμενα πάντα νηστική.
Με σκουντούσε διαρκώς και με τέτοια τέχνη που δεν τον έβλεπε κανείς.
Έτσι ανέπτυξα την ικανότητα να τρώω με το δεξί μου χέρι γιατί πάντα πεινούσα το δόλιο.
Οι γονείς μου μπερδεύτηκαν...είναι ή δεν είναι;
Όταν έπιασα μολύβια και μπογές στα χέρια μου, το επιβεβαίωσαν.
"Ωχ ζερβοκουτάλα μας βγήκε το παιδί" στεναχωριόνταν οι γιαγιάδες.
Δεν καταλάβαινα τι ήταν ζερβοκουτάλα, πέρασα τα παιδικά μου χρόνια νομίζοντας ότι έχω κάτι σοβαρό, σπάνιο και ανίατο.
- Γιατί λε να είθαι εθύ ο αρχηγόθ;
- Γιατί είμαι ζεβοκουτάλα εγώ!
Η νηπιαγωγός μου, μεγάλη επιστήμονας και παιδαγωγός, το κατάλαβε αμέσως.
Το '81 η παιδαγωγική άποψη που επικρατούσε δεν ήταν του Vygotski αλλά του "δείρ'το να σχολάμε" ή "που να σκάσεις βρε βλαμμένο".
Κάλεσε την μητέρα μου και με σοβαρό ύφος της ανήγγειλε το πρόβλημα.
(Χιούστον we have a problem)
"Και τι πειράζει;" απάντησε η μάνα μου.
"Μα δεν καταλαβαίνετε, το παιδί θα βγει προβληματικό" η φωστήρας παιδαγωγός ανησυχούσε για το μέλλον μου.
"Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω"....(αφελής μανούλα, εδώ πρόκειται για καταστροφή του παιδιού σου και εσύ δεν καταλαβαίνεις;)
"Μόνο μια λύση υπάρχει" επέμενε η κακούργα
"Σας ακούω"...
"Να το δέσουμε το παιδί"...το είπε, η επιστήμη έβγαλε απόφαση.
"Να αφήσετε το παιδί μου ήσυχο, με ακούτε;" ... (αχ ρε μάνα και αν με το δέσιμο έβγαινα τελικά φυσιολογική;)
Για όσους δέσανε, χτυπήσανε, αναγκάσανε, πείσανε να αλλάξουν χέρι αλλά όχι μυαλά.
Από παιδί ήμουν ανάποδη.
Δεν εννοώ μόνο ως χαρακτήρας...στριμμένο, νευρικό, αντιδραστικό... αλλά και ως άνθρωπος.
Δεξιά μου έλεγαν, αριστερά με το ποδήλατο πάνω στα αγκάθια εγώ.
Τις πόρτες από το σπίτι τις είχανε οι γονείς μου πάντα ανοιχτές.
Για μένα ήταν φυσιολογικό τα χερούλια να είναι δεξιά μας ώστε να ανοίγουν με το αριστερό χέρι.
Για τους κατασκευαστές όμως το φυσιολογικό ήταν το ανάποδο μου και πάντα έσπαγα τα μούτρα μου πάνω στις κλειστές πόρτες.
Η ώρα του φαγητού ήταν μια δύσκολη ώρα για μένα.
Καθόμουν πάντα δίπλα στον αδερφό μου, από δεξιά του. Εκείνος δεξιόχειρας, εγώ αριστερόχειρας. Αν τρώγαμε σούπα έμενα πάντα νηστική.
Με σκουντούσε διαρκώς και με τέτοια τέχνη που δεν τον έβλεπε κανείς.
Έτσι ανέπτυξα την ικανότητα να τρώω με το δεξί μου χέρι γιατί πάντα πεινούσα το δόλιο.
Οι γονείς μου μπερδεύτηκαν...είναι ή δεν είναι;
Όταν έπιασα μολύβια και μπογές στα χέρια μου, το επιβεβαίωσαν.
"Ωχ ζερβοκουτάλα μας βγήκε το παιδί" στεναχωριόνταν οι γιαγιάδες.
Δεν καταλάβαινα τι ήταν ζερβοκουτάλα, πέρασα τα παιδικά μου χρόνια νομίζοντας ότι έχω κάτι σοβαρό, σπάνιο και ανίατο.
- Γιατί λε να είθαι εθύ ο αρχηγόθ;
- Γιατί είμαι ζεβοκουτάλα εγώ!
Η νηπιαγωγός μου, μεγάλη επιστήμονας και παιδαγωγός, το κατάλαβε αμέσως.
Το '81 η παιδαγωγική άποψη που επικρατούσε δεν ήταν του Vygotski αλλά του "δείρ'το να σχολάμε" ή "που να σκάσεις βρε βλαμμένο".
Κάλεσε την μητέρα μου και με σοβαρό ύφος της ανήγγειλε το πρόβλημα.
(Χιούστον we have a problem)
"Και τι πειράζει;" απάντησε η μάνα μου.
"Μα δεν καταλαβαίνετε, το παιδί θα βγει προβληματικό" η φωστήρας παιδαγωγός ανησυχούσε για το μέλλον μου.
"Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω"....(αφελής μανούλα, εδώ πρόκειται για καταστροφή του παιδιού σου και εσύ δεν καταλαβαίνεις;)
"Μόνο μια λύση υπάρχει" επέμενε η κακούργα
"Σας ακούω"...
"Να το δέσουμε το παιδί"...το είπε, η επιστήμη έβγαλε απόφαση.
"Να αφήσετε το παιδί μου ήσυχο, με ακούτε;" ... (αχ ρε μάνα και αν με το δέσιμο έβγαινα τελικά φυσιολογική;)
Για όσους δέσανε, χτυπήσανε, αναγκάσανε, πείσανε να αλλάξουν χέρι αλλά όχι μυαλά.
Ανάσκελα Όνειρα
Η στάση του "νεκρού" ήταν η αγαπημένη μου κάποτε.
Ανάσκελα, τεντωμένο σώμα και χέρια σταυρωμένα στην κοιλιά.
Ο ύπνος ερχόταν γρήγορα.
Πριν σταυρώσω τα χέρια μου, συνήθιζα να σηκώνω το ένα χέρι ψηλά, μέχρι να μουδιάσει.
Ένοιωθα το αίμα να κατεβαίνει σιγά σιγά ... μια γλυκιά απόλαυση.
Την έκοψα βίαια αυτήν την συνήθεια γιατί ένα βράδυ μου συνέβει το εξής απίστευτο: αποκοιμήθηκα με το χέρι σε όρθια στάση (πράγμα σπάνιο γιατί κοιμάμαι πολύ δύσκολα). Άδειασε το χεράκι μου από αίμα, μούδιασε, έγινε σαν ξένο σώμα και τελικά έπεσε πάνω στο κεφάλι μου. Μέσα σε ουρλιαχτά πετάχτηκα από το κρεβάτι και ξύπνησα και όλους τους υπόλοιπους.
Φώναζα και έβριζα μέσα στον πανικό μου, η γιαγιά μου έφερε αγιασμένο νερό, θα νόμισε οτι μπήκε ο έξω-από-εδώ μέσα μου νυχτιάτικα.
Δεν καταλαβαίναμε τι με χτύπησε, ψάξαμε όλο το δωμάτιο.
Μέχρι που έπιασα το δεξί μου χέρι. Ήταν παγωμένο και δεν το ένοιωθα.
Τότε κατάλαβα... και έκοψα ακόμα μια αγαπημένη μου συνήθεια.
Στην στάση του "μακαρίτη" είδα τους μεγαλύτερους εφιάλτες.
Ο πρώτος σοκαριστικός που θυμάμαι ήταν όταν πήγαινα στην 3η Λυκείου.
Μια μαυροφορεμένη γυναίκα ήταν από πάνω μου και με έπνιγε με μίσος.
Δυσκολεύτηκα να ξυπνήσω. Ήμουν ανάσκελα και μουδιασμένη, για αρκετά λεπτά δεν μπορούσα να κουνηθώ.
Ένοιωσα πως το είχα ζήσει και όχι πως το είχα ονειρευτεί.
Λίγο καιρό αργότερα ήμουν στο αυτοκίνητο στην θέση του συνοδηγού, οδηγούσε ο πατέρας μου και στο πίσω κάθισμα η κολλητή μου.
Ξαφνικά κόπηκε ο δρόμος και πέσαμε σε ένα μαύρο κενό.
Ξύπνησα ιδρωμένη και ανάσκελα.
Άρχισα να σκέφτομαι μήπως έπρεπε να αλλάξω στάση ύπνου.
Στην θέση του συνοδηγού ξανά (ούτε στον ύπνο μου δεν έχω πάρει δίπλωμα ακόμα) και ο οδηγός ο Nick.
Σκοτάδι παντού.
Σε μια απότομη στροφή φύγαμε ευθεία και πέσαμε σε γκρεμό.
Ένοιωθα να πέφτω, να πεθαίνω.
Έπιασα το χέρι του Nick, είπα "σ' αγαπώ, πεθαίνουμε"
(είχε και ρομαντισμό το όνειρο, δεν λέω)
πετάχτηκα όρθια, ουρλιάζοντας δυνατά, καταϊδρωμένη και χωρίς ανάσα.
Τότε αποφάσισα να το ρίξω στα μπρούμυτα.
Η στάση "ο σκοτωμένος" ή αλλιώς "με πάτησε το τρένο"... με τα χέρια κάτω από τους μηρούς και το κεφάλι δεξιά με βόλεψε αρκετά.
Συνέχισα να βλέπω εφιάλτες αλλά ποτέ ξανά τόσο τρομακτικούς.
Σαν να γλίτωσα.
Τα θυμήθηκα όλα αυτά προχθές που με φιλοξένησε η κολλητή μου sparilious.
Αναγκάστηκα να κοιμηθώ ανάσκελα γιατί δεν μπορούσα να ανασάνω από την ζέστη.
Και ο εφιάλτης ξαναγύρισε.
Συγκεχυμένο όνειρο αλλά τρομακτικό... μου κόπηκε πάλι η ανάσα.
Καλύτερα "σκοτωμένος" παρά "νεκρός".
Ανάσκελα, τεντωμένο σώμα και χέρια σταυρωμένα στην κοιλιά.
Ο ύπνος ερχόταν γρήγορα.
Πριν σταυρώσω τα χέρια μου, συνήθιζα να σηκώνω το ένα χέρι ψηλά, μέχρι να μουδιάσει.
Ένοιωθα το αίμα να κατεβαίνει σιγά σιγά ... μια γλυκιά απόλαυση.
Την έκοψα βίαια αυτήν την συνήθεια γιατί ένα βράδυ μου συνέβει το εξής απίστευτο: αποκοιμήθηκα με το χέρι σε όρθια στάση (πράγμα σπάνιο γιατί κοιμάμαι πολύ δύσκολα). Άδειασε το χεράκι μου από αίμα, μούδιασε, έγινε σαν ξένο σώμα και τελικά έπεσε πάνω στο κεφάλι μου. Μέσα σε ουρλιαχτά πετάχτηκα από το κρεβάτι και ξύπνησα και όλους τους υπόλοιπους.
Φώναζα και έβριζα μέσα στον πανικό μου, η γιαγιά μου έφερε αγιασμένο νερό, θα νόμισε οτι μπήκε ο έξω-από-εδώ μέσα μου νυχτιάτικα.
Δεν καταλαβαίναμε τι με χτύπησε, ψάξαμε όλο το δωμάτιο.
Μέχρι που έπιασα το δεξί μου χέρι. Ήταν παγωμένο και δεν το ένοιωθα.
Τότε κατάλαβα... και έκοψα ακόμα μια αγαπημένη μου συνήθεια.
Στην στάση του "μακαρίτη" είδα τους μεγαλύτερους εφιάλτες.
Ο πρώτος σοκαριστικός που θυμάμαι ήταν όταν πήγαινα στην 3η Λυκείου.
Μια μαυροφορεμένη γυναίκα ήταν από πάνω μου και με έπνιγε με μίσος.
Δυσκολεύτηκα να ξυπνήσω. Ήμουν ανάσκελα και μουδιασμένη, για αρκετά λεπτά δεν μπορούσα να κουνηθώ.
Ένοιωσα πως το είχα ζήσει και όχι πως το είχα ονειρευτεί.
Λίγο καιρό αργότερα ήμουν στο αυτοκίνητο στην θέση του συνοδηγού, οδηγούσε ο πατέρας μου και στο πίσω κάθισμα η κολλητή μου.
Ξαφνικά κόπηκε ο δρόμος και πέσαμε σε ένα μαύρο κενό.
Ξύπνησα ιδρωμένη και ανάσκελα.
Άρχισα να σκέφτομαι μήπως έπρεπε να αλλάξω στάση ύπνου.
Στην θέση του συνοδηγού ξανά (ούτε στον ύπνο μου δεν έχω πάρει δίπλωμα ακόμα) και ο οδηγός ο Nick.
Σκοτάδι παντού.
Σε μια απότομη στροφή φύγαμε ευθεία και πέσαμε σε γκρεμό.
Ένοιωθα να πέφτω, να πεθαίνω.
Έπιασα το χέρι του Nick, είπα "σ' αγαπώ, πεθαίνουμε"
(είχε και ρομαντισμό το όνειρο, δεν λέω)
πετάχτηκα όρθια, ουρλιάζοντας δυνατά, καταϊδρωμένη και χωρίς ανάσα.
Τότε αποφάσισα να το ρίξω στα μπρούμυτα.
Η στάση "ο σκοτωμένος" ή αλλιώς "με πάτησε το τρένο"... με τα χέρια κάτω από τους μηρούς και το κεφάλι δεξιά με βόλεψε αρκετά.
Συνέχισα να βλέπω εφιάλτες αλλά ποτέ ξανά τόσο τρομακτικούς.
Σαν να γλίτωσα.
Τα θυμήθηκα όλα αυτά προχθές που με φιλοξένησε η κολλητή μου sparilious.
Αναγκάστηκα να κοιμηθώ ανάσκελα γιατί δεν μπορούσα να ανασάνω από την ζέστη.
Και ο εφιάλτης ξαναγύρισε.
Συγκεχυμένο όνειρο αλλά τρομακτικό... μου κόπηκε πάλι η ανάσα.
Καλύτερα "σκοτωμένος" παρά "νεκρός".
Subscribe to:
Posts (Atom)