Saturday, July 09, 2005

Χυδαία πραγματικότητα

Οι ορισμοί είναι από το Μείζον Ελληνικό Λεξικό.
Στις παρενθέσεις οι ορισμοί είναι από την χυδαία πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ.

Δημοκρατία: πολίτευμα λαϊκής κυριαρχίας, όπου ο λαός κυβερνά με αιρετούς αντιπροσώπους του: στη δημοκρατία, αυτός που βάνει το νόμο είναι ο ίδιος ο λαός, με την εξουσία που δίνει στους καλύτερους, κι όχι ο τύραννος (Π. Πρεβελάκης)

(Η δημοκρατία δεν εισάγεται, δεν εξάγεται, δεν προσφέρεται με βόμβες, δεν ανατινάζει λεωφορεία. Στην δημοκρατία δεν κάνουμε ότι μας λέει ο Μπούς, ο Μπλέρ και οι λοιποί τύραννοι. Για την δημοκρατία παλεύουμε εμείς οι ίδιοι)

Τρομοκρατία: επικράτηση με τον τρόμο η διακυβέρνηση με σκληρά και βίαια μέσα η χρησιμοποίηση βίας ή και απειλών βίας, ιδιαίτερα για πολιτικούς σκοπούς

(Τρομοκρατία των καμικάζι - Τρομοκρατία των μεγάλων δυνάμεων, σαν ίδια μου μοιάζει, φαύλος κύκλος)

Πόλεμος: ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατών ή εθνών μάχη

(Πόλεμος σύμφωνα με τις μεγάλες δυνάμεις: "σας γαμώ τα σπίτια", "αναπνέει ακόμα, σκότωσε τον", "ανατινάζομαι")

Θάνατος: η παύση των ζωικών λειτουργιών ενός οργανισμού.

(Θάνατος: το μωράκι στην μεγάλη κάσα ρε μαλάκες δολοφόνοι)

Ακρωτηριασμός: αποκοπή των μελών από το σώμα ανθρώπων ή ζώων

(πετσοκόψιμο μωρών, νέων, ηλικιωμένων, κομμένα χέρια, πόδια, βγαλμένα μάτια, σπασμένα κεφάλια, ποτάμια αίμα απο παντού ρε ζώα-παλιάνθρωποι)

Νεκρός: ο χωρίς ζωή, πεθαμένος, άψυχος, χωρίς ζωντάνια ή κίνηση

(νεκρός Ιρακινός, νεκρός Αμερικάνος, νεκρός Αφγανός, νεκρός Ισπανός, νεκρός Άγγλος, νεκρός Σέρβος, νεκρός Τσετσένος, νεκρός Αλβανός, νεκρός Έλληνας.
Νεκροί είμαστε όλοι ίσοι και ίδιοι αλλά είναι αργά)

Θρήνος: κλάμα απαρηγόρητο, μοιρολόι

(ακούγεται από μανάδες, πατεράδες, αδέρφια, γιαγιάδες, παππούδες, φίλους, αγνώστους και είναι ο ίδιος βαθύς πόνος η αιτία)

Μέλλον: ο χρόνος μετά το παρόν

έλλον αβέβαιο, βαμμένο κόκκινο)

(Σε ορίζω, σε βαφτίζω αλλιώς γιατί έχω αλλάξει, γιατί τώρα πια είμαι χυδαία πραγματικότητα)

Friday, July 08, 2005

Αγαθονήσι '98 #3 -Το στερνό αντίο

Την τρίτη μέρα τελείωσε το εμφιαλωμένο νερό στο νησί, έπρεπε να περιμένουμε δύο μέρες μέχρι να γίνει εφοδιασμός. Την βγάζαμε με ζεστό από τις δεξαμενές και με λεμονάδες – που κάποιος είχε την φαεινή ιδέα ότι οι λεμονάδες δεν σε διψάνε (ναι καλά)

Ήμασταν με μια φέτα καρπούζι στο χέρι για να ξεγελαστούμε. Τα αφήναμε στην θάλασσα για ώρες μήπως και κρυώσουν. Τα περισσότερα τα έπαιρνε το κύμα γιατί δεν είχαμε πώς να τα δέσουμε. Τα βλέπαμε από ψηλά που έπλεαν δίπλα από τα βράχια. Κανένας θαρραλέος για να τα σώσει. Ήταν αστείο να βλέπεις καρπούζια στην θάλασσα.
Γελούσαμε δυνατά… «να και ακόμα ένα»

Ενδιάμεσα πήγαμε εκδρομή στην Πάτμο και ξεδιψάσαμε, επίσης φάγαμε και παγωτό.

Την προτελευταία μέρα έγινε μια μεγάλη εκδήλωση στο σχολείο του χωριού. Ήταν μάλλον το γεγονός της δεκαετίας. Αποκλείεται να είχε μαζευτεί τόσος κόσμος ξανά.
Η τοπική πολιτική αρχή είχε δώσει το παρόν (Μαντάς, Γκόρτσος και λοιποί). Παιδιά, γονείς, παππούδες γιαγιάδες και φαντάροι.
Ειδικά οι φαντάροι πρέπει να το διασκέδασαν πολύ. Οι δόλιοι που μετρούσαν 312 και σήμερα, ξεχάστηκαν για λίγο με τόσες πιτσιρίκες (και πιτσιρίκους).
Περάσαμε πολύ ωραία, είχε και κρύες μπύρες!!!

Την τελευταία μέρα αποφάσισα να κάνω και εγώ κάτι χρήσιμο για την κοινωνία και μπήκα στην ομάδα που θα έβαφε μια ελληνική σημαία από πέτρες στην πλαγιά ενός βουνού που έβλεπε προς Τουρκία.
Τι το θελα;;;
Τι το θελα;;; ξαναρωτάω
Μείναμε πάνω από 4 ώρες μέσα στο λιοπύρι χωρίς νερό γιατί ξέχασε να έρθει ένας κύριος με το φορτηγάκι του να μας πάρει. Είχε ξεχάσει λέει γιατί πήγε να αρμέξει τις κατσίκες.
Και για να μην καούν οι κατσίκες από το γάλα, βρε φίλε, καήκαμε εμείς τα μπουμπουκάκια από τον ήλιο;;;
Εγώ που είμαι τρελή και παλαβή για το νερό δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτήν την εμπειρία.

Δεν ήταν το μοναδικό σοκ που έπαθα εκείνη την μέρα.
Έπεσε στα χέρια μου το καθρεφτάκι ενός παιδιού που ξυριζόταν.
Είχα να δω τον εαυτό μου 10 μέρες.
Σκιάχτηκα, τρόμαξα.
Ήμουν ένα αραπάκι και μάλιστα ξανθό.
Από τον ήλιο και την αλμύρα η βαφή των μαλλιών μου δεν άντεξε και παρέδωσε την κόμη μου στο κίτρινο. Ανοιγόκλεινα τα ματάκια μου αλλά η εικόνα δεν άλλαζε. Σοκ.

Το τελευταίο βράδυ, βάλαμε τα καλά μας (δηλαδή τα λιγότερο λερωμένα μας) και κατεβήκαμε στο λιμάνι.
Οι ντόπιοι μας είχαν ετοιμάσει μια βραδιά με ζωντανή νησιώτικη μουσική και μεζεδάκια και μπύρες κρύες.
Χορέψαμε, ήπιαμε και οι περισσότεροι κοιμήθηκαν πάνω στα τραπεζάκια από την κούραση.

Οι υπόλοιποι κουβαλήσαμε όσες περισσότερες μπύρες μπορούσαμε στην παραλία για να συνεχίσουμε.
Το τελευταίο που θυμάμαι ήταν ότι ξαπλωμένη ακουμπούσα στα πόδια του Θωμά και γελούσα.
Μετά έπεσα ξερή.
Ξύπνησα μόνο από μια φωνή που έλεγε «ξύπνα Άλεξ, φεύγουμε».

Στο λιμάνι του Πειραιά 110 Οδηγοί φορώντας τα μαντήλια στο λαιμό τους. Ο αποχαιρετισμός ήταν δύσκολος και συγκινητικός. Δεν έκλαψα αλλά το ήθελα πολύ.

Δύο μήνες μετά αγόρασα μια τηλεκάρτα, είχε φωτογραφία το λιμάνι στο Αγαθονήσι.
Χαμογέλασα.
Σκέφτηκα πως επιτέλους και άλλοι θα μάθουν για αυτόν τον όμορφο τόπο.

Θοδωρής, Θωμάς, Νίκη, Μαρίνα, Βαγγέλης, Μαρία, Δέσποινα, , Δημήτρης, Θοδωρής, Πέτρος, Αγλαΐα, Χάιδω…
Και πόσα ακόμα πρόσωπα θυμάμαι χωρίς ονόματα, και πόσα ακόμα γέλια που δεν ξεχνώ.

Δεν θα πάω ποτέ ξανά, το ξέρω, όσο και αν με πληγώνει.




Θα χαρώ πάρα πολύ αν διαβάσει και σχολιάσει αυτό το κείμενο κάποιος από τους συν-ναυαγούς μου σε εκείνο το νησί.

Thursday, July 07, 2005

Αγαθονήσι '98 #2 - Ζέφυρος

Η υπο-κατασκήνωση μου ονομάστηκε Ζέφυρος.
Οι υπόλοιπες δεν θυμάμαι πως, αλλά είχανε ονόματα ανέμων.
Είχαμε το ποιο όμορφο όνομα και επίσης το ποιο όμορφο αγόρι (μισός Γάλλος, παίζει ρόλο μην νομίζετε) ολόκληρης της κατασκήνωσης.
Αδυνατώ να θυμηθώ το όνομα του (τελικά τίποτα δεν θυμάμαι η Αλεξχάϊμερ) αλλά όλες οι πιτσιρίκες τον θέλανε τρελά.
Εννοείτε ότι κάναμε φοβερή παρέα εμείς οι δύο (ένας ακόμα όμορφος άνδρας που δεν με είδε σαν γυναίκα).

Η πρώτη μέρα (όπως και όλες οι υπόλοιπες) ξεκίνησε νωρίς το πρωί.
Πρωινό με ζεστό νες-καφέ και ψωμί με μαρμελάδα βερίκοκο, την έτρωγα με μεγάλη ευχαρίστηση, λες και είχε άλλη γεύση, σπιτική (ίσως επειδή την έβλεπε ο ήλιος για μερικές μέρες)
Φτιάξαμε τις υποομάδες και καθορίσαμε τις υπευθυνότητες μας (τις αγγαρείες δηλαδή).
Κάθε μέρα είχαμε και μια διαφορετική αγγαρεία να φέρουμε εις πέρας για να μην μείνει κανένας παραπονεμένος (και δεν του τύχει να καθαρίσει τις τουαλέτες).

Ακολουθούσε μια δραστηριότητα, για παράδειγμα κατασκευή αντικειμένων για την κατασκήνωση. Φτιάξαμε με τα χεράκια μας ξύλινη πύλη για την είσοδο της κατασκήνωσης, σκουπιδοτενεκέδες, τέντες για δροσιά, ράφια για την κουζίνα, ράφια για το πλυσταριό κάθε υπο-κατασκήνωσης και πολλά χρήσιμα και άχρηστα αντικείμενα.

Όλα αυτά μέσα στον ήλιο, ντάλα κατακαλόκαιρο.

Οι άτυχοι μαγείρευαν για 100 και πλέον στόματα.
Φαντάζεσαι πόσες πατάτες έπρεπε να καθαρίσεις;
Πόσα κιλά μακαρόνια να ανακατέψεις σε ένα καζάνι;
Πόσα κιλά τυρί να τρίψεις; (σε έναν γιγάντιο τρίφτη)

Οι άλλοι άτυχοι της ημέρας ήταν οι νερουλάδες.
Έπρεπε να κουβαλάνε νερό όπου αυτό χρειαζόταν. Μα για τις τουαλέτες, μα για το πλύσιμο πιάτων, όπου και αν έπρεπε ήταν απίκο με ένα μπουκάλι ή έναν κουβά στο χέρι.
Μας είχε εφοδιάσει νερό ο στρατός με μεγάλα φορτηγά-βυτία. Γεμίσαμε δύο μεγάλες μαύρες δεξαμενές που τις χτύπαγε ο ήλιος όλη μέρα. Δέντρα δεν υπήρχαν και τα υλικά για σκέπαστρο μας είχαν τελειώσει. (τι να σου κάνει και το δέντρο, 40 υπό σκιά είχε)
Το νερό ήταν πάντα έτοιμο. Tea is served.

Οι τουαλέτες ήταν χημικές. Στην εσωτερική πλευρά τις πόρτας (του αντίσκηνου δηλαδή) είχαν κολλήσει και οδηγίες χρήσης. Χρειαζόσουν τουλάχιστον Μεταπτυχιακό για να τις χρησιμοποιήσεις.

Κάθε βράδυ οι άλλοι τυχεροί έπρεπε να τις καθαρίσουν.
Ένα βράδυ πήρα την κιθάρα (που δεν ξέρω να παίζω) του Θοδωρή και τους έκανα καντάδα εν ώρα εργασίας και χαράς.
Με σιχτίρισαν, με απείλησαν πως θα με πνίξουν στο σκατό και έγινα καπνός.
Όταν ήταν η σειρά της δικής μου ομάδας να καθαρίσει, εμένα (που με βλέπεται για καλό κορίτσι και κατά βάθος είμαι ένας μεγάλος λουφαδόρος και αρχιλαμόγιο) μου τύχαιναν διάφορα σοβαρά προβλήματα “αχ δεν μπορώ έχω ζαλάδες, μάλλον μου έπεσε η πίεση ,το σάκχαρο…με φώναξε η αρχηγός και πρέπει να πάω…έχω ένα meeting, έχω ένα επείγον τηλεφώνημα”(δεν υπήρχαν τηλέφωνα και αν υπήρχαν δεν είχαν σήμα). Και κάπως έτσι την γλίτωνα την Καλλιόπη.

Το μεσημέρι τρώγαμε κάτω από λίγα ξεπουπουλιασμένα δέντρα που ήταν πιο δίπλα. Είχα διαλέξει μια ωραιότατη στρογγυλή ανατομική πέτρα για να θρονιαστώ.
Τσακωνόμουν κάθε μεσημέρι με τον Δημήτρη για το ποιος θα βάλει τον πισινό του στην πέτρινη πολυθρόνα (θυμήθηκα πως έλεγαν τον μισό-Γάλλο, επίσης θυμήθηκα ότι τότε δεν είχα σχέση με τον Nick, οπότε μπορώ να ομολογήσω ότι με είδε σαν γυναίκα το κουκλί αλλά άγνωστο γιατί εγώ-το ζώον την είχα δει φιλικά).
«Αυτή η πέτρα φίλε, μου ανήκει…εδώ έκατσε ο πρόγονος μου ο Κατσαντώνης» άσχετο αλλά πάντα γελούσαμε.



Το μεσημέρι είχαμε ξεκούραση ή αλλιώς πατητές.
Κολυμπούσαμε με τις ώρες…ήταν ο μόνος τρόπος για να κρατηθούμε δροσεροί.

Το απογευματάκι ήταν η ώρα άλλων δραστηριοτήτων. Υποτίθεται δραστηριοτήτων προσφοράς για το νησί.
Έπρεπε να δηλώσουμε σε πια από όλες θα πηγαίναμε. Μπορούσαμε να διαλέξουμε την κατασκευή τραπεζιών και πάγκων για την πλατεία του χωριού, το βάψιμο της εκκλησίας, την ψυχαγωγία των παιδιών του χωριού (θα κάναμε μια εκδήλωση πριν φύγουμε και θα ανέβαζαν ένα θεατρικό έργο, με τίποτα εγώ σε τέτοια δραστηριότητα)
Εγώ όμως το κακόμοιρο καθότι χάζευα μονίμως δεν πρόλαβα να δηλώσω την κατασκευή τραπεζιών και κατέληξα στην χειρότερη δραστηριότητα: «διάνοιξη μονοπατιών και κατασκευή πινακίδων» έλεγε ο πίνακας.
Φτουυυύ πάλι θα σκάβω.

Το πρώτο απόγευμα έδωσα το παρόν, δεν είχα άλλη επιλογή.
Τάχα με πόνεσε η μέση μου και την έκανα Λούης.
Από τότε δεν με ξαναείδανε. Με ψάχνανε πότε στα μαγειρεία, πότε στην εκκλησιά…ή όπου δήλωνα ότι θα ήμουν κάθε φορά.
Μαζί με τον Δημήτρη και κάτι άλλους χαζομέρηδες λιαζόμασταν σε μια κρυφή παραλία.

Όταν πια είχανε στρώσει τα πράγματα και η κατασκήνωση λειτουργούσε ρολόι άρχισε η ώρα του παιδιού και της χαράς.
Κάθε μέρα είχαμε και κάτι διαφορετικό να κάνουμε.
Βόλτα με το ιστιοπλοϊκό, το γύρο του νησιού με καΐκι , αεροβική στην θάλασσα (με τον γυμναστή-φέτες, ούτε αυτόν δεν θυμάμαι πως τον λένε).

Οδηγούσα το ιστιοπλοϊκό (απλά κρατούσα το τιμόνι, μην φανταστείτε τίποτα σπουδαίο) και είχε ολίγον τι κύμα.
Για να τρομάξω τα κοριτσάκια φώναξα «δαγκώστε τις ταυτότητες…δαγκώστε τις ταυτότητες»…και τις τρόμαξα.
Αφού ξέσπασα σε γέλια με ρώτησαν γιατί τις ταυτότητες.
«Για να αναγνωρίσουν το πτώμα σου βρε στούρνε»
«Αααααα» ήταν η απάντηση.

Ο γύρος του νησιού θα μου μείνει αξέχαστος.
Κόντεψα να βγάλω όλα τα εντόσθια μου από το κύμα που είχε όταν πιάσαμε την μεριά του Αιγαίου. Καθώς φοβάμαι την θάλασσα ανέλαβε ρόλο συμπαραστάτη ο Θοδωρής από Λαμία, ως ανταπόδοση που του περιποιήθηκα τις ακίδες που είχαν μπει στα δάχτυλα του τις προηγούμενες μέρες.
Φτάσαμε σε έναν οικισμό που μάλλον λεγόταν Καθολικό (αλλά δεν παίρνω και όρκο). Ο οικισμός αποτελούνταν από ένα σπίτι που ήταν ταυτόχρονα καφενείο και ψαροταβέρνα.
Φιλόξενοι άνθρωποι, ήπιαμε ελληνικό καφέ και βάλαμε πλώρη για μια μαγευτική παραλία.

Σταματήσαμε το καΐκι αρκετά μακριά από την παραλία για να κολυμπήσουν στα βαθιά οι δεινοί κολυμβητές (όχι εγώ).
Είχα μείνει μόνη (νόμιζα) στο κατάστρωμα, καθόμουν στο πλαϊνό του καϊκιού με τα πόδια προς τα έξω.
Κορόιδευα τους υπόλοιπους και φώναζα «καρχαρίας τρέχτε να σωθείτε».
Μέχρι που ο καπετάνιος μου έδωσε μια γερή σπρωξιά και βαφτίστηκα μα-λά-κας στα νερά του Αιγαίου.
Πίστεψα πως θα πάθω ανακοπή από τον φόβο μου.
Αλλά για ακόμη μια φορά το ακράδαντο επιχείρημα «τόσοι είμαστε εμένα θα φάει ο καρχαρίας;» λειτούργησε και κολύμπησα και έπαιξα με την ψυχή μου.

Την τρίτη μέρα τελείωσε το...

Wednesday, July 06, 2005

Αγαθονήσι '98

Καταρχήν είναι όντως νησί (όχι όπως το Καρπενήσι) μικρό και πανέμορφο κάτω από την Σάμο, κοντά στην Τουρκία.
Κατασκήνωση στελεχών με τους Οδηγούς τον Αύγουστο του '98.

Ξεκινήσαμε σχεδόν 110 Οδηγοί από το λιμάνι του Πειραιά, όλοι φορώντας τα μαντήλια στο λαιμό μας. Δεν ήξερα κανέναν αλλά νοιώθαμε όλοι σαν μια μεγάααααλη παρέα.
"Γεια, είμαι η Αλεξάνδρα, από Γιάννενα, εσύ;"
"Είμαι ο Θωμάς, από Κοζάνη, έτοιμη για περιπέτεια;"
"Έτοιμη!!!"

Το ταξίδι ήταν τουλάχιστον 14 ώρες, συστήθηκα σχεδόν με όλους εκείνο το βράδυ.
Στο τέλος δεν θυμόμουν κανέναν.
Στο κατάστρωμα ο Θοδωρής με την κιθάρα του δέχονταν παραγγελιές όλη την νύχτα.Ματώσανε τα δάχτυλα του...αλλά συνέχιζε.
Είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου τριγύρω του, σιγοτραγουδούσε και ζήταγε τραγούδια, συνέχεια.
Όσα δεν ήξερε να τα παίζει με την κιθάρα τα τραγουδούσαμε χωρίς μουσική...όλοι μαζί.

Μια παρέα νεαρών Ιταλών με ρώτησε τι ήμαστε... τι είναι τα μαντήλια μας.
Άντε να εξηγήσεις πως ήμασταν μια παρέα τρελών για δέσιμο και διψούσαμε για περιπέτεια.
Πώς να το πεις αυτό στο Ιταλο-λουκουμάκι με τα λιγοστά Αγγλικά του;
"Shut up and dance little boy" i said, και υπάκουσε.

Το χάραμα μας βρήκε κομμάτια στο κατάστρωμα, να κοιμόμαστε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. (όχι στην αγκαλιά του Ιταλού, είχε κατέβει σε προηγούμενο λιμάνι, γμτ)
Αλλά εμείς είχαμε δρόμο ακόμα μπροστά μας...ή μάλλον θάλασσα.

Ένας από τους "άλλους" επιβάτες (Γιάννη νομίζω τον λέγανε) που πέρασε την νύχτα μαζί μας τραγουδώντας, ξέχασε επίτηδες να κατέβει στο λιμάνι που έπρεπε. Τηλεφώνησε στην παρέα του, που τον περίμενε σε άλλο νησί, πως δεν θα πάει κοντά τους.
Μας ακολούθησε και εμείς τον κάναμε δικό μας (και ειδικά μια νεαρά τον έκανε ολοκληρωτικά δικό της)

Από την Σάμο πήραμε το καράβι για Αγαθονήσι. Όταν άρχισε να φαίνεται απο μακρυά η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά (επίσης είχα φάει και κάτι χαλασμένα τυροπιτάκια και ανακατευόμουν).
Σαν να ξαναγύριζα και ας μην είχα ξαναπάει.




Στο λιμάνι μας περίμενε ο Δήμαρχος (ο Μαντάς), ο Αντιδήμαρχος (ο Γκόρτσος), ο Διοικητής του στρατοπέδου(ο Στρατηγός Θεοχάρης) και πλήθος κόσμου.
Δύο στρατιωτικά φορτηγά πλήρως επανδρωμένα με φαντάρους περίμεναν να πάρουν τα σακίδια μας για να τα μεταφέρουν στο χώρο της κατασκήνωσης.
Εμείς θα πηγαίναμε με τα πόδια (ή με τα χέρια, ή με την γλώσσα που είχε κρεμάσει απο την κούραση και την ζέστη).

Και φτάσαμε.

Ένας υπέροχος κόλπος με κρυσταλένια νερά, βότσαλα και παραπάνω ξεραΐλα και χώμα.
"Που είναι τα δέντρα" ρώτησα..."δεν έχει ετούτος ο τόπος δέντρα;"
Εμ δεν είχε.

Ξεφορτώσαμε τα φορτηγά και φτιάξαμε ένα βουνό με σακίδια.
Πιάσαμε τις τσουγκράνες και ξεκινήσαμε την αποψίλωση της περιοχής. Έπρεπε να στήσουμε τις σκηνές πρίν μας πάρει η νύχτα.
Δεν θυμάμαι τι φάγαμε (σίγουρα κάτι μπαγιάτικο), ούτε τι ήπιαμε (το τσίπουρο είχε τελειώσει ήδη).
Το Αρχηγείο είχε οργανώσει μια πολύ όμορφη τελετή υποδοχής (δεν περιλάμβανε θυσίες παρθένων...τις είχε πατήσει ήδη το τρένο).

Στην σκηνή συγκατοικούσα με τον Θοδωρή και την Νίκη.
Άνοιξα την βαλίτσα και έβγαλα το μικρό τσαντάκι με τα φάρμακα (τριών ειδών ενέσεις, χάπια, γάζες κτλ κτλ).
Ήμουν και παραμένω αλλεργική στα τσιμπήματα μελισσών, σφηκών, φιδιών και σκορπιών (ειδικά τα δύο τελευταία με πεθαίνουν κυριολεκτικά).
Εξήγησα τι έπρεπε να κάνουν σε περίπτωση που κάτι με τσιμπούσε (δεν μπορούσαν βέβαια να κάνουν και πολλά γιατί και με ελικόπτερο να με έπαιρναν δεν με προλάβαιναν, το πολύ-πολύ να με έριχναν σε κανά χαντάκι με λίγο χώμα από πάνω).

Τους είχα αφήσει το καλύτερο για το τέλος, για έκπληξη.
Έπρεπε να κοιμούνται με κλειστή την σκηνή για να μην μπεί κανένας δηλητηριώδης επισκέπτης και με χάσουν μες στην νύχτα.
Γούρλωσαν τα μάτια τους, κούνησαν το κεφαλάκι τους...μήπως δεν άκουσαν καλά;
"Αχ ρε Άλεξ δεν είχες μπέσα...ήσουνα μπαμπέσα, μας το φύλαγες;"

Ήταν εφιαλτικό ακόμα και για μένα...βρε με τα εσώρουχα είχαμε μείνει και στάζαμε ιδρώτα.
"Αμάν...έστω λίγο από πάνω βρε κορίτσι;"
"Τσούκ" (έλεγε το κορίτσι)
Απορώ πως γλίτωσα το ξύλο.
Ίσως να χάσαμε από δύο κιλά εκείνο το βράδυ.

Κάποια στιγμή πήρα την θαραλλέα απόφαση, να ανοίξω τα πορτάκια της σκηνής, βασισμένη σε ένα σοφό και ακράδαντο επιχείρημα: "είμαστε" ,λέω, "110 άνθρωποι εδώ πέρα...εμένα θα βρούνε να τσιμπήσουνε;" (Λογικότατο το βρίσκω ακόμα και τώρα)
Και ανασάναμε.

Από την επόμενη βραδιά κοιμόμασταν σχεδόν όλοι χωρίς σκηνή στην παραλία, μόνο με στρωματάκια. (μέσα στην θάλασσα είχαμε βάλει καφάσια με μπύρες για να διατηρούνται-ας πούμε-χλιαρές)
Κάθε πρωί ξυπνούσαμε σαν σίγμα-τελικό με λακούβες στα κορμιά μας.
Αλλά τουλάχιστον είχαμε δροσιά.

Συνεχίζεται...
τι νομίσατε ότι τόσο εύκολα θα γλιτώσετε;;; (απο αύριο δεν θα μου μείνει κανένας αναγνώστης, από τους λίγους που κατάφερα να αποκτήσω γράφοντας για σιχαμένα και μπινελίκια)

Πως πάς παιδί μου;;;...Όσο πάω και μαυρίζω ρε πατέρα

Έτσι απαντάνε τα καλά παιδιά στον κόρακα.

Έτσι απαντάω και εγώ και ας μην ανήκω στην οικογένεια κοράκων.

Όσο πάω και μαυρίζω.... μέσα - έξω.

Το εξωτερικό μαύρισμα δεν είναι κακό, ίσα ίσα δίνει αυτοπεποίθεση... άλλον αέρα.
Το εσωτερικό όμως πως να το εκμεταλευτώ; Μήπως να αρχίσω να γράφω ποιήματα...τα "μαύρα κοράκια-άσπρα κοράκια" έχουν ήδη γραφτεί...τι μου απομένει;
"Καλώς την μαύρη πέρδικα που περπατά λεβέντικα";
ή ...(κάτσε έχω έμπνευση)


"Τι όμορφα που ήτανε πέρσυ το καλοκαίρι
που κράταγα ένα στυλό και αγκίλωσε το χέρι
που ξεπατώθηκα διαβάζοντας χημεία
και η τσέπη ήταν αδειανή, δεν είχε ούτε μία"

"Μα φέτος από την τσέπη μου να' σου κάτι ξεπροβάλλει
γελάστηκα ήτανε μόνο ένα καβουροκεφάλι
Πότε θα λυθεί το οικονομικό, έχω απορία
Ασε να έρθει πρώτα το εκκαθαριστικό από την εφορία"

Σήμερα τα βλέπω όλα πολύ αισιόδοξα...πολύ όμως.

Για το τέλος σας αφιερώνω ένα χαρούμενο στιχάκι που εμπνεύστηκα από την γενική διάθεση ευφορίας που έχω σήμερα.

"Μαύρος θάνατος απλώθηκε στο μαύρο ουρανό
Μαύρο ποτάμι κυλάει, μαύρη και η θάλασσα θαρρώ"

Tuesday, July 05, 2005

ΠεςΤοΓρήγορα

ΜιάΤίγρηςΜεΤρίαΤιγράκια

Το gay μπλουζάκι Νο2 - Μουσικό Μέρος

Αποτέλεσε μεγάλη έμπνευση για τον ποιητή estarian το προηγούμενο post.
Είναι κρίμα να μείνει κρυμμένο στα σχόλια γι' αυτό το αναδημοσιεύω εδώ.

Για να το διαβάσετε απαιτείται χιούμορ...αλλιώς μην πάτε παρακάτω.
Είναι ένα σατυρικό τραγούδι για τα gay μπλουζάκια, αυτό μόνο.

"Σε ξαναείδα χτες ξανά, Μετρό Μοναστηράκι
και φόραγες το διαφανές, το gay σου το μπλουζάκι
σου κάνει πλάτες στιβαρές και στήθος σφριγηλό
τα μπράτσα σου αποκαλύπτει , και τον αφαλό.

Στραφτάλιζε στου ήλιου το πρωινό το φώς
και οι γύρω σου φωνάζαν, πως σκύβεις και τον τρώς

Gay μπλουζάκι, gay μπλουζάκι
έχεις ξεφύγει έγινες και 'συ ενα πουστράκι

Σαν του Μπιμπίλα το τι-σερτ μοιάζει ρε κακομοίρη
θα κονομήσεις γκόμενο, τον νταλικέρη Αργύρη
σιγά μη βάψεις και μαλλί με παρδαλή βαφή
φούστα στο τέλος θα φορέσεις, με στρας και κλαρωτή

Gay Μπλουζάκι, gay μπλουζάκι
Σε κράζαν απ' το Σύνταγμα
Ως το Μοναστηράκι

Το είδε ο πατέρας σου μωρή κατακραγμένη
που πούρα τσάμπα κέρναγε την προισταμένη
τι θα πεί ο άνθρωπος, το χάνει το κοπέλι
ο γιός του απο Ηρακλής βγήκε Λάιζα Μινέλι

Gay Μπλουζάκι, gay μπλουζάκι
βάψε μωρή παλιαδερφή
και κόκκινο νυχάκι"

Monday, July 04, 2005

Ο σερβιτόρος, η κανάτα και το κεφάλι μου

Ημερομηνία: Σάββατο 2/7/05
Ώρα: 22:34
Τοποθεσία: Ν. Κηφισιά
Το γεγονός: Δεξίωση Γάμου
Ενδυμασία: Τα καλά μου
Κόμμωση: Σαν να είχα μόλις βγεί από το αεροπλάνο της Wella Flex

Συνομιλούσα αμέριμνη με τους υπόλοιπους υψηλούς προσκεκλημένους στο στρογγυλό τραπέζι.
Οι σερβιτόροι μονίμως πάνω από τα κεφάλια μας σαν να μετρούσαν τις μπουκιές μας.
Μην τυχόν μισοαδειάσει το ποτήρι...να τσακιστούν να το γεμίσουν.
Μην ρίξεις στάχτη στο τασάκι...αμέσως να το αλλάξουν.
Μην σου πέσει τρίμμα ψωμιού στο τραπέζι...βσγίγκ με το ηλεκτρικό σκουπάκι να το μαζέψουν.

Και να πείς οτί δεν το' λέγα...μην πίνετε πολύ νεροοοό.
Μισοάδειασε η κανάτα...σκοτώθηκε ο αδέξιος σερβιτόρος να την απομακρύνει.

Κατά την διάρκεια της πτήσης της κανάτας, υπό την πλοήγηση του κουλαμένου σερβιτόρου, έγινε ένας λάθος χειρισμός του πηδαλίου...και άδειασε η κανάτα πάνω στο κεφαλάκι μου!!!

Μισό μπουκάλι Wella Flex + 250 ml νερό = 453ml δάκρυα γέλιου.

Ακολούθησαν αλυσιδωτές αντιδράσεις γέλιου από τους περισσότερους παρευρισκομένους.

Ο σερβιτόρος δεν πήρε χαμπάρι, αλλά όταν πλησίαζε τα διπλανά τραπέζια σηκώνονταν όλοι από τις θέσεις τους.

Ααα ρε κατακαϊμένη Αλεξάνδρα...μία φορά να μην σου τύχει μια αναποδιά και τι στο κόσμο!!!

Sunday, July 03, 2005

Το gay μπλουζάκι

Είναι μπλέ σκούρο, κοντομάνικο.
Με την πρώτη ματιά φαίνεται αξιοπρεπές....
Με την δεύτερη ματιά επίσης φαίνεται αξιοπρέπες....
Αν το σηκώσεις κόντρα στον ήλιο το βρίσκεις ύποπτο....
Μόνο αν φορεθεί διαπιστώνεις οτι είναι gay και μάλιστα καράgay

Έφτασε στα χέρια μας απο τον υπάλληλο ενός καταστήματος με ανδρικά ρούχα, που μας το έκανε δώρο γιατί προφανώς σηκώσαμε όλο το μαγαζί.
Μα τι γεναιοδωρία σκεφτήκαμε ευθύς...και τι όμορφο μπλουζάκι....ώ τι χαρά.

Το πήραμε στο σπίτι και το φροντίσαμε.
Με τα χεράκια μου το έπλυνα και μάλιστα με σουπλίν....διαπίστωσα μια ανωμαλία, αλλά δεν ήθελα να το καταδικάσω ακόμα.
Το άπλωσα στον ήλιο.... see through....γέλασα...δεν μπορεί λέω...ίσως φορεμένο να φαίνεται καλύτερο.
Το έβαλα στην ντουλάπα να ξεχειμωνιάσει μήπως και βάλει μυαλό.
Τζάμπα πήγε το δώρο.

Σε μια κρίση καθαριότητας που είχα το ξέθαψα.
Ζήτησα από το μωρό μου να το φορέσει....αρνήθηκε....χρησιμοποίησα όλα τα μέσα....κυρίως τα ανήθικα και τα κατάφερα.

Αποτέλεσμα:
Ο Nick και εγώ τ' ανάσκελα στο κρεβάτι να κλαίμε από τα γέλια....για περίπου είκοσι λεπτά να μην μπορούμε να συνέλθουμε....με το που τον κοιτούσα έλιωνα, γέλιο δυνατό, φωναχτό.

Ούτε ο Μπιρμπίλας τέτοιο μπλουζάκι!!!

Διηγηθήκαμε την ιστορία στους φίλους που φιλοξενήσαμε (στους και-γαμώ-περνάμε).
Δεν έδειχναν οτι πείστηκαν.
Έφερα το gay μπλουζάκι να το δούν.
Με βρίσανε....μα πάς καλά;;; ....φοβερό κομμάτι....!

Οκ φίλε φόρεσε το και αν δεν ξεραθείς πατώκορφα από το γέλιο τότε δικό σου, να το χαίρεσαι.

Από πίσω ήταν κύριος...θα μπορούσες να τον πείς και παλιομοδίτη.
Όταν γύρισε από μπροστά ξεσπάσαμε όλοι σε δυνατά γέλια...με διάρκεια.
Οι ρώγες φάτσα-φόρα...ο αφαλός επίσης.
Μόνο όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη κατάλαβε την γελοιότητα του θέματος...και φυσικά γέλασε πιο δυνατά και από εμάς.
Το έχασε το στοίχημα καθώς και το gay μπλουζάκι.

Το gay μπλουζάκι αποτελεί έναν άσσο στο μανίκι μου για να κάνω τους καλεσμένους μου να γελούν.
Εφόσον βέβαια κάποιος δεχθεί να το φορέσει.

Ποιός έχει σειρά παρακαλώ;;;

Saturday, July 02, 2005

"Το ντουλάπι με τα μπινελίκια"

Γουστάρεις να σου δίνουν μπινελίκια...
Τα ζητάς απεγνωσμένα σε ευαίσθητες στιγμές (και καλά) υπογλυκαιμίας...σε στιγμές μπυροκατάνυξης ή ουϊσκοκατάνυξης...όταν τα ξεκινάς δεν μπορείς να σταματήσεις....θέλεις κι' άλλο, κι' άλλο...

Σεμνά και ταπεινααααά, μην είστε πονηροιιιί... εξηγούμε:
Στην κατηγορία των μπινελικίων ανήκουν πάσης φύσεως
  • σοκολατοειδή (μαύρες, άσπρες, σκέτες, με φουντούκια, με φράουλα κτλ)
  • σοκοφρετοειδή,
  • κρουασανοειδή,
  • μπισκοτοειδή.
  • κίςς (all time classic)
  • τσόκο μπλούμ,
  • ντέρμπι,
  • πατατοειδή,
  • γαριδάκια (φουντούνια αγαπημένα)
  • ξηροκάρπια (φουντούκια,φουντούκια φουντούκια)

Το "ντουλάπι με τα μπινελίκια" είναι το πάνω-γωνιακό, δίπλα από το ντουλάπι με τα ποτήρια, με το λευκό πορτάκι.

Το "ντουλάπι με τα μπινελίκια" μου είναι πάντα άδειο.

Καμιά φορά στο super market στεκόμαστε με τον Nick μπροστά απο το μεγααααάλο ράφι με τα μπινελίκια και τα χαζεύουμε. Γιάμ-γιάμ...αλλά δεν βαριέσαι είμαστε fitness εμείς....δεν τα τρώμε από άποψη και λόγω τρόπου ζωής....ωραία η φιλοσοφία μας αλλά όταν πιάνει η λυγούρα να την χέ!ω.

Τσουλώντας το καρότσι για το ράφι με τους τόνους ρίχνουμε συνθηματικές ματιές ο ένας στον άλλον και με συνομωτικό χαμόγελο γυρίζουμε τρέχοντας, διαλέγουμε στα κλεφτά από ένα μπινελίκι, το οποίο θα μοιραστούμε σε στιγμές αδυναμίας κάποια στιγμή στο σπίτι, και ξαναφεύγουμε τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εγώ συνήθως διαλέγω σοκοφρετοειδή-αγαπημένα μου και ο Nick συνήθως κάτι μικρό...οι τύψεις τον βαραίνουν....."ρε μωράκι αφού το παίρνεις που το παίρνεις ... πάρε κάτι μεγαλύτερο και πιο σοκολατένιο" γκρινιάζει το γκρί-γκρί του.

Την ίδια μέρα κιόλας τα τρώμε δίχως τύψεις...

Το "ντουλάπι με τα μπινελίκια" παραμένει άδειο.

Μιά επίσκεψη στην φίλη μου την sparilius-sparilius είναι σαν επίσκεψη σε παιδικό πάρτυ.

Ένα σας λέω...έχει τρία "ντουλάπια με μπινελίκια"!!!

Το ένα είναι για τα γλυκά μπινελίκια....πάνω από τον απορροφητήρα. Όταν το ανοίγω είναι σαν να είμαι στο super market στο γνωστό μεγαααάλο ράφι. Θυμάμαι πώς πρέπει να πάρω απορρυπαντικά, χαρτί τουαλέτας και ρύζι...και μετά επανέρχομαι...είναι απλώς το "ντουλάπι με τα μπινελίκια" της sparilius.

Οποία τάξη επικρατεί εκεί μέσα....καμιά δεκαπενταριά σοκοφρέτες κανονικές, η μία πάνω στην άλλη...άλλες τόσες με φουντούκια. Δίπλα ακριβώς οι κίςς, παραδίπλα τα τσόκο- μπλούμ. Όλα τοποθετημένα με ευλάβεια.

Το δεύτερο "ντουλάπι με τα μπινελίκια" τα αλμυρά είναι απέναντι ακριβώς. Ο χορός των τριγλυκεριδίων....είναι τόοοοσα πολλά που αν ανοίξεις με θάρρος το πορτάκι σου πετάγονται κατά πάνω σου. Φουντούνια, δρακουλίνια, πατατάκια με διάφορες γεύσεις, ποπ κόρν και πιτσίνια.

Το τρίτο είναι "ντουλάπα με μπινελίκια" περιλαμβάνει ότι και το δεύτερο κατά σειρά απαγορευμένο ράφι στο super market: τα αναψυκτικά και τις μπύρες.

Πόσα αναψυκτικά μπορείς να θυμηθείς;;; Εκεί μέσα υπάρχουν όλα!!! Σε όλες τις γεύσεις και σε όλα τα μεγέθη.

Μισό...έρχομαι....

.

.

.

.

.

Μια ματιά στο "ντουλάπι με τα μπινελίκια" μου έριξα αλλά παραμένει άδειο. Έβαλα μόνο ένα κρύο χυμό (όχι μπανάνας) να μου φύγουν οι καημοί.

Άνθρωπος είμαι και εγώ, δεν είμαι από πέτρα...ραγίζω, σπάω....ένα δάκρυ κυλά στο πρόσωπο μου....θέλω και εγώ πού και πού τα μπινελίκια μου.